Κώστας Μποτόπουλος

Γιατί η Ελλάδα πρέπει να ξεφύγει από την ενεργειακή εξάρτηση της Ρωσίας, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Το παράδειγμα της Λιθουανίας δείχνει το δρόμο

Κάθε βδομάδα με τον Κώστα Μποτόπουλο

 

Η υπέρ ανεξαρτησίας μάχη μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δίνεται σε πολλά μέτωπα. Το βασικό βέβαια είναι μέσα στην ίδια την Ουκρανία και για τη διατήρηση της ελευθερίας της, όπως θύμισε με την παρέμβασή του στην ελληνική Βουλή ο Πρόεδρος Ζελένσκι.

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο μέτωπο, που ενδιαφέρει σχεδόν όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνδέεται με την ενεργειακή απεξάρτηση. Από αυτή την άποψη, η βδομάδα που κλείνει σφραγίζεται από ένα διπλό μεγάλο γεγονός: την επίσημη «διακήρυξη απόλυτης ενεργειακής ανεξαρτησίας» (ακριβώς έτσι παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση της χώρας) εκ μέρους της Λιθουανίας και την ημιεπίσημη, γιατί προερχόμενη από την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και όχι από συλλογικό όργανο, «βούληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να σταματήσει όλες τις ενεργειακές εισαγωγές από τη Ρωσία».

Η διδακτική ενεργειακή απεξάρτηση της Λιθουανίας

Η επίτευξη της λιθουανικής απεξάρτησης είναι αρκετά διδακτική. Θα μπορούσε να συνοψιστεί σε δυο λέξεις – «έγκαιρη προετοιμασία» – αλλά ίσως είναι χρήσιμες λίγες παραπάνω λεπτομέρειες. Ως το 2015, η μικρή αυτή βαλτική χώρα, που βρίσκεται στη γειτονιά και στον ίσκιο της Ρωσίας, εξαρτιόταν  σχεδόν κατά 100% από εισαγωγές ρωσικού γκαζιού και πετρελαίου. Εκείνη τη χρονιά, επειδή, όπως είπε αυτές τις μέρες ο Υπουργός Οικονομικών της χώρας, «ξέραμε ποια ήταν και για τί ήταν ικανή η Ρωσία», λήφθηκε, με διακομματική συμφωνία και χωρίς μομφές προδοσίας ή καταστροφής, η απόφαση να κατασκευαστεί τερματικός σταθμός στην παραθαλάσσια πόλη Klaipeda για μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Ο σταθμός χτίστηκε γρήγορα, χωρίς να τον καθυστερήσουν οι περίοικοι ή το λιθουανικό Συμβούλιο της Επικρατείας, οι εισαγωγές από την Ρωσία άρχισαν σταδιακά να μειώνονται, ώσπου, πέντε χρόνια αργότερα, στα τέλη του 2020, το 80% των ενεργειακών αναγκών της χώρας καλύπτονταν από την Klaipeda.

Άρα τη στιγμή της κρίσης, δηλαδή όταν ήρθε ο πόλεμος και η ανάγκη της πλήρους απεξάρτησης, η απόσταση που είχε να διανύσει η Λιθουανία ήταν πλέον σχετικά μικρή – και όχι το βουνό που έχουν μπροστά τους άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με πρώτη τη Γερμανία. Η ύπαρξη μάλιστα του σταθμού της Klaipeda παρέχει δυνατότητες ενεργειακής απεξάρτησης και στις άλλες βαλτικές χώρες, που κι αυτές έκαναν αντίστοιχες «δηλώσεις ανεξαρτησίας» αυτή την εβδομάδα.

Η υπόλοιπη Ευρώπη έβλεπε να τρένα να περνούν…

Το ότι η υπόλοιπη Ευρώπη, με διαφορετικούς βαθμούς εφησυχασμού ανά χώρα, έβλεπε να τρένα να περνούν, θεωρώντας ότι η Ρωσία θα ήταν πάντα ο λίγο άγριος αλλά και κατά βάθος αγαθός σταθμάρχης της ενέργειας, είναι θλιβερό -στη Γερμανία, της οποίας το πολιτικό σύστημα διακρίνεται γι’ αυτό το χαρακτηριστικό, έχει ήδη αρχίσει το συλλογικό mea culpa.

Ευτυχώς, όμως, δεν είναι μοιραίο: η πλήρης απεξάρτηση δεν μπορεί να επιτευχθεί από τη μια μέρα στην άλλη, όπως στην περίπτωση της Λιθουανίας, αλλά τα δεδομένα είναι γνωστά και οι δρόμοι αρκετά καθαροί. Ακόμα και με τις μειώσεις των δυο τελευταίων μηνών, η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να εξαρτάται κατά 40% συνολικά από το ρωσικό αέριο και πετρέλαιο για τις ανάγκες της σε θέρμανση, ηλεκτρισμό, κίνηση εργοστασίων και παραγωγή αρκετών προϊόντων (μέταλλα, λιπάσματα, γυαλί κλπ).

Αντίστοιχα, εν μέσω πολέμου, άρα έμμεσα «χρηματοδοτώντας» τη ρωσική πολεμική μηχανή, συνεχίζει να πληρώνει κοντά στα 850 εκατομμύρια ευρώ την ημέρα στη Ρωσία. Η δική της «διακήρυξη ανεξαρτησίας», έστω οψίμως, είναι καλοδεχούμενη, αλλά δεν μπορεί να υλοποιηθεί άμεσα. Κρίσιμα, συνεπώς, είναι, πέραν της ένταξης των ενεργειακών συναλλαγών στο αναβαθμισμένο πακέτο κυρώσεων, τα ενδιάμεσα μέτρα και κατευθύνσεις.

Ευρώπη: απεξάρτηση κατά τα 2/3 έως το τέλος του 2022

Η Επιτροπή έθεσε έναν διπλό στόχο: απεξάρτηση κατά τα 2/3 έως το τέλος της τρέχουσας χρονιάς (εξαιρετικά δύσκολο, αλλά καλό να τίθεται) και πλήρης απεξάρτηση ως το 2030 (εφικτό εάν αρχίσουν αμέσως οι αναγκαίες προετοιμασίες). Αυτά, τα καθόλου απλά, που πρέπει να γίνουν είναι γνωστά και τα δείχνει και το λιθουανικό παράδειγμα:

  • Κατασκευή τερματικών για αποθήκευση και μετατροπή υγροποιημένου αερίου (Ισπανία και Πορτογαλία διαθέτουν ήδη, ενώ και η Γερμανία έβαλε μπρος)
  • Κατασκευή νέων αγωγών μετά την εγκατάλειψη του «ανατολικού δρόμου»
  • Συμφωνία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τις τιμές στην ενέργεια
  • Διπλωματικές και εμπορικές κινήσεις, αλλά με βραχύ ορίζοντα, προς άλλες χώρες εξαγωγής ενέργειας (Κατάρ, Αλγερία, Νορβηγία)
  • Σκέψη και προσπάθεια ρύθμισης, από τώρα, της αναγκαστικά μεγαλύτερης ενεργειακής εξάρτησης, ελέω υγροποιημένου αερίου, από τις ΗΠΑ
  • Κίνητρα για άμεση προώθηση των εναλλακτικών πηγών ενέργειας
  • Κοίταγμα με νέο μάτι, αλλά και νέα αίσθηση επείγοντος, των «μεταβατικών» περιόδων και μέτρων για την απεξάρτηση όχι πλέον από τη Ρωσία αλλά γενικώς από τις «βρώμικες» πηγές ενέργειας.

Από αυτή την άποψη, η πρόσφατη απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης για μετατόπιση του χρόνου κλεισίματος ορισμένων σταθμών ενέργειας που λειτουργούν με «ξεπερασμένους» όρους, μπορεί να δικαιολογείται από τα γεγονότα, πρέπει όπως οπωσδήποτε να συνοδευτεί και από μέτρα «πρασινίσματος» του ενεργειακού μίγματος και αύξησης της «πράσινης» παραγωγής. Τώρα. Ώστε, μαζί με την υπόλοιπη Ένωση, να πιάσουμε τη Λιθουανία, και κυρίως να ξεφύγουμε από τη Ρωσία, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

 

Κώστας Μποτόπουλος

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Καμία δημοσίευση για προβολή