Θοδωρής Καλούδης

Γιατί, με όσα μας συμβαίνουν, ζούμε μια ομαδική ψυχολογία παραίτησης;

Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τι είναι εκείνο που κάνει το πλήθος να αποδέχεται – ή τουλάχιστον να μην αντιδρά – στα προφανή ψέματα, τις αυταπάτες ή την ξεδιάντροπη υποκρισία του πολιτικού που κυβερνά.

Επειδή υποθέτω ότι σας έχει απασχολήσει το ζήτημα αυτό, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις.

Τι λένε οι ειδικοί: Οι ειδικοί επί του θέματος που μελετούν την εξαπάτηση στην πολιτική, θεωρούν  ότι αυτή γίνεται με τέσσερις κυρίως τρόπους:

–   ο κυβερνήτης κάνει ψευδείς δηλώσεις (δηλαδή λέει ψέματα),

–   παραλείπει ή παραποιεί ζωτικές πληροφορίες (δηλαδή κρύβει την αλήθεια)

–   μιλάει με γενικότητες, με πολλές ασάφειες και ελπιδοφόρες αοριστίες και

–   συχνά αλλάζει την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης, επιχειρώντας να τραβήξει την προσοχή από όσα κρίσιμα απασχολούν το λαό.

Ο καθηγητής Νιλ Γκάρετ από το University College του Λονδίνου, ισχυρίζεται μάλιστα ότι «όσο περισσότερο κάποιος ηγέτης εξαπατά το λαό του τόσο μεγαλώνει ο βαθμός εξαπάτησης εκ μέρους του πλήθους» !

Και για να έρθω στα καθ’ ημάς: Πολλοί από τους πολιτικούς αντιπάλους του πρωθυπουργού θεωρούν ότι η ικανότητα του να εξαπατά τους πολίτες, εφαρμόζοντας τις παραπάνω βασικές αρχές της πολιτικής εξαπάτησης, έχει εξελιχθεί σε μια από τις δυνατότερες διανοητικές και πολιτικές του δεξιότητες.  Αρετές που τον  βοηθούν, όχι μόνο να διατηρείται στην εξουσία, αλλά να προσδοκά και ένα βέβαιο πολιτικό μέλλον.

Αν ισχύει αυτός ο βαρύς ισχυρισμός, τότε προκύπτει  το ερώτημα: τι είναι άραγε αυτό που κάνει το πλήθος να κατεβάζει αμάσητα ή ανέχεται πολλά απ’ όσα ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του πλασάρουν ως αλήθειες, ενώ συγκρούονται με την πραγματικότητα;

Γιατί άραγε αρκετοί πολίτες εξακολουθούν να πιστεύουν ή να ανέχονται, την προπαγάνδα, παρά το γεγονός ότι η σκληρή καθημερινότητά τους παρέχει πολλά αδιάσειστα και οδυνηρά στοιχεία περί του αντιθέτου;

Και σε αυτό όμως η επιστήμη έχει δώσει εύλογες απαντήσεις. Με βάση αυτές, θα έθετα υπόψη σας δύο εξηγήσεις, χωρίζοντας το πλήθος σε δύο κατηγορίες: τους ιδεολογικούς συνοδοιπόρους του Αλέξη Τσίπρα και τους άλλους, που είτε τον ψήφισαν περιστασιακά είτε προτίμησαν αντιπάλους του.

Για τους πρώτους, το σκληρό πυρήνα της «πρώτης φοράς Αριστεράς», η προφανής εξήγηση είναι ότι τα ψέματα της κυβέρνησης τους κάνουν και νοιώθουν καλά με τον εαυτό τους. Γίνονται εύκολα πειστικά, επειδή όσα ισχυρίζονται κορυφαία κυβερνητικά στελέχη «κουμπώνουν» στην ιδεολογία τους, «επιβεβαιώνουν» το σύστημα αξιών τους, ενισχύουν την κοσμοθεωρία τους και την πολιτική γραμμή που ακολουθούν.

Αν δεν «παραμυθιάζονταν» οικειοθελώς οι σύντροφοί των κυβερνώντων, θα ζούσαν ένα προσωπικό δράμα. Θα βίωναν ένα ασυνεπές περιβάλλον, χωρίς ψυχολογική ισορροπία, με κλονισμένα πιστεύω και τσαλακωμένες ιδεολογικές αναφορές.

Το βλέπετε και στις δημοσκοπήσεις: η ομοιόμορφη μειοψηφική «αντισυστημική» ψήφος, σε μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα, ταυτίζεται με το ποσοστό πολιτικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ.

Για τους υπόλοιπους, αυτούς που ήταν πάντα πιο συντηρητικοί ή πιο συστημικοί σοσιαλιστές (οι κεντροαριστεροί, που λένε) ή όσους προτίμησαν περιστασιακά το ΣΥΡΙΖΑ, εμπιστευόμενοι τις υποσχέσεις του, όσοι τέλος πάντων εγκατέλειψαν τους άλλους, απογοητευμένοι ή γενικά αγανακτισμένοι, επειδή πολλά «δεδομένα» της ζωής τους ανατράπηκαν από την κρίση, η εξήγηση είναι πιο σύνθετη:

Αυτοί, που είναι και περισσότεροι, βρίσκονται σε μια διαρκή απόγνωση, είναι καταθλιπτικοί ή φοβισμένοι. Άλλοι  πάλι εμφανίζονται «τρελαμένοι» και άλλοι «μουδιασμένοι». Πολλοί αφήνονται συμβιβασμένοι με τη μοίρα τους, με ένα διάχυτο αίσθημα παραδοχής ότι «έτσι είναι τα πράγματα και πιθανόν να γίνουν χειρότερα».

Πρόκειται για μια μαζική «ψυχολογία παραίτησης» που δεν επιτρέπει σε όσους υποφέρουν να αντιδράσουν. Απλώς υπομένουν και αναμένουν, σε κλίμα αβεβαιότητας, μη μπορώντας πολλοί να αναπτύξουν ορθολογικές πολιτικές σκέψεις και αποτελεσματικές αντιδράσεις.

Σε έναν, υπερβολικό ίσως, παραλληλισμό θα σας έλεγα ότι οι περισσότεροι έλληνες βιώνουν «το σύνδρομο υποταγής του κακοποιημένου θύματος απέναντι στον κακοποιό», σε μια αγωνιώδη στάση αναμονής, προσδοκώντας διαφυγή και σωτηρία.

Αλλά σπεύδω να παραδεχτώ ότι ο παραλληλισμός αυτός ίσως αποτελεί μια από τις γνωστές δημοσιογραφικές αυθαιρεσίες. Υποκύπτω σε ασεβείς φραστικές υπερβολές γιατί παρατηρώ με οδύνη ότι η κοινωνία είναι «στα κάγκελα».

Και ο πρωθυπουργός; Πιθανόν και ο ίδιος ο κ. Τσίπρας, σε προσωπικές στιγμές στοχασμού, να παραδέχεται ότι με όσα έχει εξαγγείλει και όσα τελείως αντίθετα έχει πράξει – είτε οικειοθελώς, παραδεχόμενος δημόσια τις αυταπάτες του, είτε περιδεής υποκύπτοντας άνευ όρων στα κελεύσματα των ισχυρών που κάποτε ανέμελα και ανεύθυνα ύβριζε και φοβέριζε – όλα αυτά, λοιπόν, έχουν καλλιεργήσει στον κόσμο μια νοοτροπία «ραγιαδισμού». Αλλά ο ηγέτης οφείλει να αφήνει τους στοχασμούς του σπίτι του.

Όταν πάει στη δουλειά, αξιοποιεί αυτή τη νοοτροπία. Γιατί εξακολουθεί να απευθύνεται στο πλήθος με την ίδια μεθοδολογία, θεωρώντας ίσως πως τώρα μπορεί να συγκρατήσει κάποιες δυνάμεις, που είναι έτοιμες να αποδεχτούν το ψευδές αφήγημα της «δικαίωσης του αγώνα». Το δόγμα της «κωλοτούμπας» και της άνευ όρων παράδοσης σερβιρισμένο ως το αναγκαίο βήμα για την τελική επικράτηση του αφηγήματος της «πρώτης φοράς Αριστεράς». Είναι τυπικό δείγμα προσφυγής και πάλι στις αρχές  της πολιτικής εξαπάτησης που περιγράψαμε.

Μήπως όμως, κάνω κάπου λάθος; Μήπως θεωρώ, εσφαλμένα, ότι ο λαός έχει περιπέσει ομαδικά σε μια κατάσταση «Συνδρόμου της Στοκχόλμης»; Μήπως τελικά δεν ισχύει η πεποίθησή μου ότι  ο εθισμός του κόσμου σε ένα καθεστώς ψεύδους και κυλιόμενης πολιτικής απάτης τον οδηγεί, στο τέλος, να απολαμβάνει την μιζέρια του;

Αν δεν ισχύουν τελικά ( ή δεν ισχύουν τόσο πολύ), όσα περισπούδαστα σας περιέγραψα παραπάνω, τότε ίσως εκπλαγώ και εγώ με το μέγεθος της απόρριψης που επιφυλάσσουν οι «υπήκοοι» στον «άρχοντά» τους.

Θοδωρής Καλούδης [email protected]