Γιατί το “ελατήριο” της οικονομίας δεν θα τιναχτεί από μόνο του. Γιατί οι μεταρρυθμίσεις και τα κόκκινα δάνεια είναι οι μεγάλοι ελέφαντες στο μικρό δωμάτιο

    Το χρέος θα διατηρηθεί σε επίπεδα πάνω από το 120% του ΑΕΠ έως το 2040

     

    Του Κώστα  Μποτόπουλου
    • Το «ελατήριο» της οικονομίας δεν θα τιναχτεί από μόνο του, μπορεί μάλιστα, μέσα από έναν άλλο συνδυασμό -λαθών και αρνητικής συγκυρίας- να μην τιναχτεί ποτέ, όπως συνέβη κατά την «εποχή των Μνημονίων».

    Μια πρόσφατη ανάλυση της Morgan Stanley για τις συνέπειες που θα αφήσει πίσω της η πανδημία στις χώρες της Ευρωζώνης (βλ. economico), θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ελπιδοφόρα για την  χώρα μας αλλά και θα έπρεπε να λειτουργήσει ως καμπανάκι.

    • Εκτιμά ότι το συνολικό πλήγμα στο ΑΕΠ θα είναι μόλις 1,5% μετά το τέλος της «πενταετίας ανάκαμψης» που λήγει το 2024 (μαζί με την πανδημία; ), σημαντικά μικρότερο από χωρών του Βορρά (Αυστρία: 4, 4%), του «πυρήνα» (Γαλλία 4,1%) και του Νότου (Ισπανία 4,7%, Ιταλία 4,2%). Αλλά στηρίζει την αισιόδοξη εκτίμηση σε μια σειρά από λόγους που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα εξελιχθούν σύμφωνα με το «καλό σενάριο».  

    Το βασικό συγκριτικό  πλεονέκτημα της χώρας μας προέρχεται, και κατά την ανάλυση του ξένου οίκου και σύμφωνα με την απλή λογική, από το ύψος της δημοσιονομικής στήριξης που θα λάβει από το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης -ποσοστιαία υψηλότερη από πολλών άλλων χωρών, πλην Ισπανίας και Ιταλίας, άρα με θετικότερο δυνητικό αποτέλεσμα. Την βοήθεια αυτή συμπληρώνουν και δυναμώνουν ορισμένα δομικά στοιχεία της ελληνικής περίπτωσης: ένα δημόσιο χρέος υψηλό αλλά «μη ευάλωτο» (κατά το χαρακτηρισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch – βλ. economico), την αδιάλειπτη στήριξη επιχειρήσεων και νοικοκυριών από τον κρατικό προϋπολογισμό, το αναμενόμενο άνοιγμα, μόλις υποχωρήσει η πανδημία, των βασικότατων για την οικονομία τομέων των υπηρεσιών και του τουρισμού.

    Ο συνδυασμός όλων αυτών των γεγονότων και τάσεων -ξαναλέω: η κρίσιμη λέξη είναι «αναμενόμενων»- δικαιολογούν σε μεγάλο βαθμό την υιοθέτηση της «θεωρίας του ελατηρίου»: η ελληνική οικονομία πήγε τόσο κάτω (-10% το 2020) κι έχει τόσα περιθώρια ανόδου, μέσα από το συνδυασμό δημοσιονομικής βελτίωσης και «επιστροφής στην κανονικότητα», ώστε η ανάκαμψη διαθέτει τη δυναμική να είναι ισχυρή και με διάρκεια.

    Το «ελατήριο» δεν θα τιναχτεί από μόνο του…

    Οι θετικές, ωστόσο, προοπτικές, θα ήταν σχεδόν εγκληματικό να οδηγήσουν σε χαλάρωση ή εφησυχασμό. Το «ελατήριο» δεν θα τιναχτεί από μόνο του, μπορεί μάλιστα, μέσα από έναν άλλο συνδυασμό -λαθών και αρνητικής συγκυρίας-, να μην τιναχτεί ποτέ, όπως συνέβη κατά την «εποχή των Μνημονίων».

    Εκείνη η κρίση παρατάθηκε αχρείαστα και περισσότερο από ό,τι σε κάθε άλλη χώρα, διόρθωσε λιγότερες δομικές αδυναμίες από όσες θα μπορούσε και θα έπρεπε να είχε διορθώσει και, όταν έληξε, μας έριξε κατευθείαν στο στόμα της επόμενης, λόγω πανδημίας, κρίσης -από κακό χρονισμό μεν, που «βοηθήθηκε» όμως από την αδικαιολόγητη παράταση της «μνημονιακής περιόδου» (όταν θα γραφεί η ιστορία των Μνημονίων, και ειδικά της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, κι ακόμα ειδικότερα του πρώτου οκταμήνου, είμαι σίγουρος ότι δεν θα παραλειφθεί αυτή η διάσταση). Έτσι και σήμερα: οι ουλές μπορεί να ελπίζεται βάσιμα ότι θα κλείσουν, όμως η επούλωση δεν θέλει μόνο τύχη αλλά και δράση.

    Τα “καλά νέα”

    Αν πάρουμε ένα-ένα τα «καλά νέα», τότε εμφανίζονται σε όλη τους την περιπλοκότητα οι προκλήσεις. Το δημόσιο χρέος μπορεί να μην είναι ιδιαίτερο επίφοβο, καθώς το διακρατούν σχεδόν αποκλειστικά επίσημοι δανειστές και έχει καλό «θεσμικό προφίλ» (επιτόκια, χρόνο αποπληρωμής, κινδύνους αναχρηματοδότησης, απαιτήσεις δανειστών), αλλά δεν παύει να αποτελεί ένα μεγάλο και μόνιμο αγκάθι -οικονομικό αλλά και πολιτικό-, που θα ξαναβγεί στην επιφάνεια μετά την πανδημία, που θα χρειαστεί νέα αξιολόγηση βιωσιμότητας και που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ανά πάσα στιγμή, ως μοχλός πίεσης. Τα δε ικανοποιητικά ταμειακά διαθέσιμα της Ελλάδας, σε συνδυασμό με το -ορθά- άθικτο «μαξιλάρι» του ESM, μπορεί σήμερα να προσφέρουν κάποια ασφάλεια, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα ισχύει το ίδιο όταν η οικονομία αρχίσει να ξαναλειτουργεί και το κράτος ξαναρχίσει, όπως είναι μοιραίο αλλά και αναγκαίο, να ξοδεύει.

    Ακόμα πιο λεπτές είναι οι ισορροπίες στο μέτωπο της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Ναι μεν η κυβέρνηση «εξασφάλισε» -μεγάλη επιτυχία της, ανεξαρτήτως του όποιου αποτελέσματος- 70 δις, από ενισχύσεις και δάνεια, συνυπολογίζοντας και το ΕΣΠΑ, για την επόμενη επταετία, όμως τα εισαγωγικά στη λέξη «εξασφάλισε» θα παραμένουν μέχρι να φανεί η «φιλοσοφία» και το αποτέλεσμα. Ως το τέλος του τρέχοντος Ιουλίου, οπότε και θα γίνει η έγκριση των κονδυλίων από την Επιτροπή και θα αποταμιευθούν οι πρώτοι πόροι -υπολογίζονται σε 4 δις-, η κυβέρνηση οφείλει να έχει έτοιμες όχι μόνο τις πρώτες δράσεις αλλά και ένα συνολικό σχέδιο αξιοποίησης.

    Οι αμφιβολίες

    Οι πρώτες δεν ενθουσιάζουν και το δεύτερο δεν το γνωρίζουμε και πάντως δεν συζητείται δημόσια. Διαβάζουμε ότι στα πρώτα έργα θα συμπεριληφθούν vouchers για τηλεκπαίδευση των μαθητών, ενίσχυση των προγραμμάτων «εξοικονομώ» και κατάρτισης, αγορά ταμειακών μηχανών και σύνδεση με τα τερματικά των φορολογικών αρχών, ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών.

    Όλα αυτά είναι χρήσιμα, αλλά όλα θα έπρεπε να έχουν ήδη γίνει, ή τουλάχιστον να είναι σε προχωρημένο στάδιο, και κανένα, πλην ίσως της διασύνδεσης, δεν διαθέτει τα δομικά χαρακτηριστικά που απαιτούν και οι περιστάσεις αλλά και το ίδιο το πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

    Αν ισχύει το ίδιο και για τις πολυθρύλητες «επενδύσεις», που όλοι ξέρουμε πόσο αναγκαίες είναι αλλά όλο τις ίδιες γενικότητες ακούμε, το πρόβλημα θα είναι ακόμα μεγαλύτερο. Έχουμε πλήρη συναίσθηση του τι ζητά η Επιτροπή -πράσινη ανάπτυξη, ψηφιακό μετασχηματισμό, βελτίωση όχι των ξεπερασμένων αλλά των σύγχρονων υποδομών-, αντιλαμβανόμαστε ποιους τομείς παρακολουθούν οι επενδυτές (ενέργεια, τουρισμό, τεχνολογικά και, αν ποτέ πάρουν πράσινο φως, εκπαιδευτικά hubs), μένει τα δούμε τα προωθητικά τους μέτρα στην πράξη.

    Ασταθής παραμένει η κατάσταση στο χώρο των επιχειρήσεων        

    Ιδιαίτερα ασταθής παραμένει η κατάσταση στο χώρο των επιχειρήσεων -και χωρίς επιχειρήσεις, που σημαίνει, για την Ελλάδα, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δεν υπάρχει «πραγματική οικονομία». Η «στήριξη» είναι πράγματι πολλαπλή και διαρκώς ανανεούμενη -είμαστε ήδη στο έβδομο κύμα μέτρων- και θα πρέπει και αυτό να πιστωθεί στην κυβέρνηση. Μόνο που, εξ ορισμού, πρόκειται για απολύτως χρήσιμη μεν, έκτακτη και αποσπασματική δε, προσπάθεια να κρατηθούν στη ζωή όσο το δυνατόν περισσότερες επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας μέσα από μειωμένους συντελεστές, αναστολές είσπραξης, απαλλαγές ή παρατάσεις οφειλών, αποζημιώσεις και επιδοτήσεις, ιδίως στους τομείς της εστίασης και των πολιτιστικών εκδηλώσεων (βλ. economico …..).

    Κάποια στιγμή, όμως, και όσο το γρηγορότερο τόσο το καλύτερο, η κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα που δεν θα της επιτρέψει να το αποφύγει ούτε η πραγματικότητα ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση: με τους πόρους που θα εισρεύσουν από το ευρωπαϊκό Ταμείο και από τη ρευστότητα που θα ανακύψει με την επανεκκίνηση της οικονομίας ενισχύουμε, αναγκαστικά από λίγο, όλες τις επιχειρήσεις ή κάνουμε επιλογές με βάση την οικονομική δυναμική συγκεκριμένων μονάδων και τη συμβολή τους σε έναν συνολικό εκσυγχρονισμό της οικονομίας; Με άλλα λόγια: γυρνάμε στην παλιά «κανονικότητα» ή βάζουμε τα θεμέλια μιας «νέας», και πιθανώς πιο βιώσιμης, οικονομικής «κανονικότητας»;

    Δυό μεγάλοι ελέφαντες σε μικρό δωμάτιο

    Υπάρχουν, τέλος, και δεν πρέπει να τους ξεχνάμε, δύο ελέφαντες στο δωμάτιο -μεγάλοι ελέφαντες σε μικρό δωμάτιο: οι μεταρρυθμίσεις και τα κόκκινα δάνεια. Η κυβέρνηση, επίσης προς τιμήν της αλλά, μέχρι στιγμής, με όχι ικανοποιητικό αποτέλεσμα, έχει ρητά δεσμευθεί για καλύτερα λειτουργούσα Διοίκηση, γρηγορότερη Δικαιοσύνη, δικαιότερο φορολογικό σύστημα, Ασφαλιστικό που να μπορεί να σταθεί στα πόδια του, βελτίωση στην απονομή των συντάξεων και στην εξυπηρέτηση του πολίτη. Πλην των αλμάτων στην ψηφιοποίηση, άρα στην εξυπηρέτηση του πολίτη, όλα τα άλλα μέτωπα δεν κινούνται, ή κινούνται πολύ αργά. Χωρίς αυτά, όμως, δεν είναι εφικτή, ούτε καν νοητή, οικονομική επανεκκίνηση και ανάκαμψη με μόνιμα χαρακτηριστικά.

    Μόνιμα χαρακτηριστικά έχει, ως πρόβλημα, και οφείλει να αποκτήσει και ως λύση, το ζήτημα των «κόκκινων δανείων», προς τις τράπεζες αλλά και από τις τράπεζες. Σε συνδυασμό με τη δομική ρηχότητα της ελληνικής αγοράς κεφαλαίων αλλά και την ανεξήγητη καθυστέρηση στη συγκρότηση bad bank, αποτελεί δυνητική βόμβα στα θεμέλια του συστήματος -όταν ανακάμψει ή και καθυστερώντας την ανάκαμψη.

    Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε όσα φανέρωσε, όχι για πρώτη φορά, για την κοινωνία μας, την Πολιτεία μας και τις δομές αμφοτέρων, ένα -ασυνήθιστο μεν, φυσιολογικό δε- καιρικό φαινόμενο σαν τον χιονιά αυτής της βδομάδας…

    • Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος, πρ. Ευρωβουλευτής και πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Σύμβουλος Διοίκησης στην Τράπεζα της Ελλάδας και εταίρος στη δικηγορική εταιρία «Λαμπαδάριος και Συνεργάτες». Τα σχόλιά του στο economico.gr δημοσιεύονται κάθε Σάββατο.

     

    Καμία δημοσίευση για προβολή