Γυναίκες στον καμβά μεγάλων δημιουργών. Οι έρωτες και οι αυτοκτονίες…

   

Από τη γυμνόστηθη Μαργκαρίτα Λούτι του Ραφαήλ (La Fornarina), έως τον Μανέ, τον  Ρενουάρ και τους σύγχρονους ζωγράφους, η ερωμένη, το τρίτο πρόσωπο,  γίνεται η γυναίκα μοντέλο, η γυναίκα μούσα και η γυναίκα πηγή έμπνευσης για τους ζωγραφικούς καμβάδες σ’ όλο τον κόσμο και σε κάθε εποχή.

«Το Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι», Γιοχάνες Βερμέερ, 1665

Ελαιογραφία του Ολλανδού ζωγράφου Γιοχάνες Βερμέερ, ζωγραφισμένη το 1665. Έχοντας διάφορα ονόματα κατά τη διάρκεια των αιώνων, έγινε γνωστή, με τον σημερινό της τίτλο, στα τέλη του 20ού αιώνα από το μεγάλο μαργαριταρένιο σκουλαρίκι που φορούσε η κοπέλα. Το έργο βρίσκεται στη συλλογή του Μαουριτσχάους στη Χάγη  και από το 1902 και αποτελεί αντικείμενο διαφόρων λογοτεχνικών έργων. Το 2006, το ολλανδικό κοινό το επέλεξε ως τον πιο όμορφο πίνακα στις Κάτω Χώρες.

Το Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι

Ο Βερμέερ ξεκίνησε την καριέρα του ζωγραφίζοντας πίνακες μεγάλης κλίμακας με μυθολογικά και βιβλικά θέματα, ωστόσο είναι ιδιαίτερα γνωστός για τα μετέπειτα έργα του, που αναπαριστούν σκηνές από την καθημερινή ζωή μέσα σε εσωτερικούς χώρους. Κεντρική παρουσία σε όλα σχεδόν τα έργα του, είναι κάποια γυναίκα: Από μία ταπεινή γαλατού, έως μια σπουδαία κυρία με αρχοντικά φορέματα.

Στον εν λόγω πίνακα, ο Βερμέερ χρησιμοποίησε χρωστικές από όλο τον κόσμο, όπως το περίφημο μπλε (λάπις λάζουλι) από το Αφγανιστάν που θεωρείτο πιο πολύτιμο ακόμα και από τον χρυσό και το πιο σπάνιο και ακριβό χρώμα, όσο και το λευκό του μαργαριταριού που προήλθε από την Αγγλία.

Η 16χρονη κόρη του ζωγράφου, Μαρία

Σύμφωνα με τους περισσότερους ιστορικούς τέχνης, στον πίνακα αυτό απεικονίζεται η 16χρονη κόρη του ζωγράφου, Μαρία, που έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές ως μοντέλο σε άλλους πίνακες του.

Ωστόσο υπάρχουν φήμες πως το κορίτσι του πίνακα δεν είναι άλλη από την 16χρονη υπηρέτρια του, Γκριέτμε την οποία ο ζωγράφος είχε ζήσει έναν θυελλώδη, αλλά μάλλον πλατωνικό έρωτα λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας τους.

Η συγγραφέας Τρέισυ Σεβαλιέ εμπνεύστηκε από το «Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι»  και στο μυθιστόρημά της παρουσιάζει την Γκριέτ να μπαίνει ως υπηρέτρια στο σπίτι του ζωγράφου Βερμέερ και αρχικά να νομίζει πως ξέρει το ρόλο της: νοικοκυριό, πλυσίματα και φροντίδα των έξι παιδιών του ζωγράφου. Επίσης ήταν αναγκασμένη να τα βγάλει πέρα με την τρομερή πεθερά του, τη νευρική γυναίκα του και μία άλλη ζηλόφθονη υπηρέτριά τους.

Εκείνο που κανείς δεν περίμενε ήταν πως η διακριτικότητα και η εξυπνάδα της Γκριέτ, όπως και η γοητεία που ασκούσαν πάνω της οι πίνακες του ζωγράφου, θα την οδηγούσαν μοιραία στον κόσμο του. Καθώς γίνεται σιγά σιγά μέρος του έργου του, η οικειότητα μεταξύ τους μεγαλώνει, δημιουργώντας εντάσεις κι εσφαλμένες εντυπώσεις μέσα στο σπίτι, κι ακόμη, αναταραχή και ψιθύρους στην πόλη. Η εκδοχή αυτή έχει γυριστεί και στην μεγάλη οθόνη, με πρωταγωνίστρια την Σκάρλετ Γιόχανσον.

Προσωπογραφία με μεγάλο καπέλο, Αμεντέο Κλεμέντε Μοντιλιάνι 

Ο Αμεντέο Κλεμέντε Μοντιλιάνι, Ιταλός ζωγράφος και γλύπτης, γεννήθηκε στο Λιβόρνο της Τοσκάνης το 1884,  από αστούς γονείς, Σεφαρδίτες Ιουδαίους. Η γέννησή του συνέπεσε με τη χρεοκοπία της οικογενειακής επιχείρησης ξυλείας και κάρβουνου, που είχε ως αποτέλεσμα τον οικονομικό ξεπεσμό της οικογένειας. Παρόλα αυτά ξεκίνησε τις σπουδές του στις καλές τέχνες στην Ιταλία πριν μετακομίσει στο Παρίσι το 1906, όπου άρχισε να δημιουργεί το προσωπικό καλλιτεχνικό ύφος του.

Στο Παρίσι, όταν εγκαταστάθηκε, επέλεξε να μείνει την συνοικία Μονπαρνάς, λόγω των χαμηλών ενοικίων των κατοικιών. Οι ηδονιστικές του τάσεις ικανοποιούνταν μέσω αγοραίου έρωτα, έως ότου συνάντησε στα 26 του τον πρώτο σοβαρό έρωτα της ζωής του, τη Ρωσίδα ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, η οποία ήταν 21 χρονών και είχε παντρευτεί μόλις πρόσφατα.

Προσωπογραφία με μεγάλο καπέλο

Ο θυελλώδης έρωτάς τους διήρκεσε ένα χρόνο περίπου, καθώς τα βίαια ξεσπάσματα του Μοντιλιάνι την οδήγησαν να επιστρέψει στον σύζυγό της. Ο Μοντιλιάνι, ζώντας μέσα στην απόγνωση, έφτανε στα άκρα όσον αφορά τους εθισμούς και τις καταχρήσεις, ως το τέλος της ζωής του. Το 1918, τέταρτη χρονιά του πολέμου, η ζωή έγινε πολύ δύσκολη στο Παρίσι, λόγω της έλλειψης τροφίμων και της ηλεκτροδότησης καθώς και του φόβου των αεροπορικών βομβαρδισμών. Ο 33χρονος ζωγράφος αποφάσισε να φύγει μαζί με τη νέα του αγαπημένη, τη 19χρονη σπουδάστρια τέχνης Ζαν Εμπιτέρν.

Η οικογένεια της Ζαν ήταν καθολική και πολύ συντηρητικοί άνθρωποι. Αντιμετώπιζαν τον Εβραίο και τυχοδιώκτη Μοντιλιάνι, ως έναν απένταρο μεθύστακα, που θα παρέσυρε την κόρη τους στην ακολασία της μποέμικης ζωής του Παρισιού. Η Ζαν δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να πάρει την απόφασή της και έφυγε απ’ το σπίτι της, για να ζήσει με τον Μόντι, που ήταν γι αυτή ο απόλυτος έρωτας.

Στο λαμπερό φως της Κυανής Ακτής, όπου κατέφυγαν, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε τους πιο δημοφιλείς και ακριβοπληρωμένους πίνακές του.

Τα 25 πορτρέτα της ντροπαλής, μελαγχολικής και πανέμορφης Ζαν

Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ο ζωγράφος έφτιαξε 25 πορτρέτα της ντροπαλής, μελαγχολικής και πανέμορφης Ζαν. Όσοι την είχαν γνωρίσει την περιγράφουν ως σοβαρή, έξυπνη, με ισχυρή προσωπικότητα και μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική. Η προσωπογραφία της με μεγάλο καπέλο συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα του Μοντιλιάνι.

Το 1918 η Ζαν γεννάει στην Κυανή Ακτή την κόρη τους, την οποία ο ζωγράφος θα αναγνωρίσει επίσημα με το όνομα Ζαν Μοντιλιάνι. (το ίδιο με της μητέρας της). Δεν πρόλαβε όμως να παντρευτεί την αγαπημένη του. Στις 24 Ιανουαρίου του 1920, ο ζωγράφος πέθανε στο Παρίσι, σε ηλικία 36 ετών, από φυματιώδη μηνιγγίτιδα. Η Ζαν επέστρεψε στην οικογένειά της, οι οποίοι τη δέχτηκαν πίσω παρά την άποψή τους, ότι είχε κάνει μία «ανήθικη» επιλογή στη ζωή της.

Μια μέρα μετά το θάνατο του καλλιτέχνη, η Ζαν αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο του 5ου ορόφου, μην αντέχοντας τον θάνατό του και ενώ ήταν εννέα μηνών έγκυος, στο δεύτερο παιδί τους. Στην κηδεία του ζωγράφου στο Κοιμητήριο Περ Λασέζ παρευρέθηκε ένα τεράστιο πλήθος κόσμου. Η Ζαν, από την άλλη μεριά, είχε ζητήσει να ταφεί δίπλα στον ζωγράφο, αλλά η τελευταία της επιθυμία δεν έγινε πραγματικότητα.

Η οικογένειά της θεωρούσε τον Μοντιλιάνι υπεύθυνο για τον θάνατο της κόρης τους, γι’ αυτό και την ενταφίασαν σε διαφορετικό νεκροταφείο από τον Εβραίο σύντροφό της

 «Το Όνειρο»,  Πάμπλο Πικάσο, 1932

Ο παντρεμένος Πάμπλο με την Όλγα Χοχλόβα, γνωρίζει την ξανθιά καλλονή Μαρί Τερέζ Γουόλτερ όταν εκείνος ήταν 46 και εκείνη 17, έξω από το πολυκατάστημα «Λαφαγιετ» στο Παρίσι, τον Ιανουάριο του 1927. Ο μεγάλος γυναικοκατακτητής καταφέρνει να ρίξει στο κρεβάτι του την ανήλικη Μαρί Τερέζ μόλις μία βδομάδα μετά την γνωριμία τους.

Η Μαρί Τερέζ μετακομίζει σε ένα σπίτι κοντά σε αυτό που έμενε με την οικογένεια του, ώστε ο ζωγράφος κάθε πρωί να μπορεί να εγκαταλείπει την επίσημη σύζυγο του και να τρέχει προς την νέα του αγαπημένη. Λίγο αργότερα ζουν μαζί και αποκτούν μία κόρη, την Μάγια, η οποία και θα αποτελέσει και τη μεγάλη αδυναμία του ζωγράφου.

Ο πίνακας απεικονίζει την 22χρονη τότε Μαρί Τερέζ και λέγεται πως δημιουργήθηκε μέσα σε ένα μόνο απόγευμα, σε μία στιγμή μεγαλοφυούς έμπνευσης, αλλά και έντονης ερωτικής λίμπιντο. Το ερωτικό περιεχόμενό του έχει τονιστεί από πολλούς ιστορικούς τέχνης, με μερικούς να επισημαίνουν πως ο Πικάσο έχει ζωγραφίσει ένα όρθιο αντρικό μόριο (πιθανώς συμβολίζει το δικό του), στο αναποδογυρισμένο πρόσωπο του μοντέλου.

«Το Όνειρο»

Το πρόσωπο της Μαρί-Τερέζ Βαλτέρ, εμφανίστηκε την ίδια περίοδο και σε πολλούς άλλους πίνακες, αλλά και σε γλυπτά του. Απεικονίστηκε να κοιμάται, να διαβάζει, νωχελικά ξαπλωμένη, ντυμένη, γυμνή, στον καθρέφτη, στην πολυθρόνα, στο κρεβάτι, στο τραπέζι.

Η πιό ευτυχισμένη περίοδος του μεγάλου ζωγράφου

Η συμβίωση με την Μαρί Τερέζ ήταν η πιό ευτυχισμένη περίοδος του μεγάλου ζωγράφου και η πιο δημιουργική. Όμως η Μαρί δεν ήταν η τελευταία γυναίκα της ζωής του. Το 1936 γνώρισε τη φωτογράφο Ντόρα Μάαρ, η οποία φωτογράφιζε στο ατελιέ του, τη διαδικασία δημιουργίας του γνωστότερου έργου του Πικάσο, Γκερνίκα. H Μάαρ δεν άργησε να γίνει και η ίδια ερωμένη και μούσα του Πικάσο.

Όταν κάποια στιγμή οι δυο ερωμένες του συναντήθηκαν τυχαία στο ατελιέ του, ο ίδιος ο ζωγράφος τους πρότεινε να παλέψουν για να τον κερδίσουν!. Η Μααρ καταβλήθηκε από το γεγονός αυτό, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, ο Πικάσο την εγκαταλείπει και αυτή για τη νεαρή ζωγράφο Ζιλότ. Τότε η Μάαρ κάνει εισαγωγή σε ψυχιατρικό ίδρυμα για να βρει τη συναισθηματική της ισορροπία.

Τι απέγιναν η Όλγα Χοχλόβα και η Μαρί Τερέζ; Η πρώτη, πέθανε το 1955, πάντα παντρεμένη με τον ζωγράφο, καθώς εκείνος δεν ήθελε να της δώσει διαζύγιο και κατά συνέπεια τη μισή του περιουσία. Η Μαρί-Τερέζ Βαλτέρ περίμενε μάταια να γίνει η νόμιμη σύζυγός του για χρόνια και αυτοκτόνησε τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Πικάσο.

Ο πίνακας «Το όνειρο» μεταπωλήθηκε έναντι 155 εκατομμυρίων δολαρίων, κερδίζοντας μία θέση ανάμεσα στα πιο ακριβά έργα του Πικάσο.

«Θέμα και Παραλλαγές», Πιέρο Φορναζέτι

Ο Πιέρο Φορναζέτι, ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης και διακοσμητής γεννήθηκε το 1913 στο Μιλάνο. Από την αρχή της καριέρας του ως καλλιτέχνης ήταν επαναστάτης, γι’ αυτό και δεν μπόρεσε να τηρήσει το δόγμα οποιουδήποτε σχολείου. Απίστευτα περίεργος, συνέχισε να μελετά, να διαβάζει, να ξεφυλλίζει περιοδικά, αξιοποιώντας πληροφορίες και επεκτείνοντας συνεχώς τους ορίζοντες των γνώσεών του.

Όταν ήταν έφηβος διακοσμούσε το δωμάτιό του με μοτίβα-οφθαλμαπάτες –μια γυναίκα στο παράθυρο πάνω στον τοίχο, αερόστατα που σκαρφάλωναν στο ταβάνι και πολλά άλλα. Νωρίς, πειραματίστηκε με την διακόσμηση στην αρχιτεκτονική, όπως τοιχογραφίες σε δημόσιους χώρους.

Μια δεκαετία αργότερα, στην 5η Triennale του Μιλάνο το 1933, εκθέτει τις πρώτες δημιουργίες του: σειρές από σταμπωτά φουλάρια που απεικονίζουν τα λεπτουργήματα μιας πανοπλίας ή ένα τραπεζομάντηλο σπαρμένο με αρχαιότητες. Τα έργα τραβούν αμέσως την προσοχή του αρχιτέκτονα Τζίο Πόντι, ιδρυτή του περιοδικού Domus. Μαζί τελειοποιούν μια τεχνική που επιτρέπει την «εφαρμογή» της ιταλικής τέχνης σε κεραμικά σκεύη καθημερινής χρήσης: πάνω τους αναπαράγονται εφημερίδες, ρωμαϊκά πρόσωπα και ψάρια. Σιγά σιγά, το τυπογραφείο του ανοίγεται στους σουρεαλιστές: ο Fontana, ο De Chirico έρχονται να κάνουν τις λιθογραφίες τους σ’ αυτόν.

Η σειρά «Θέμα και Παραλλαγές» (Tema e Variazioni), αποτελείται από επαναλαμβανόμενες εικόνες ενός γυναικείου προσώπου, της σοπράνο Λίνα Καβαλιέρι. Ίσως επέλεξε το πρόσωπο αυτό για τα αρχετυπικά κλασικά γυναικεία χαρακτηριστικά του, καθώς μοιάζοντας με αρχαιοελληνικό άγαλμα και με τη Μόνα Λίζα, ήταν η τέλεια μορφή για να ενσωματώσει την ιδέα που είχε στο μυαλό του.

Το όμορφο πρόσωπο της Καβαλιέρι, που το είχε αποθησαυρίσει από ένα περιοδικό του 19ου αιώνα, μετατράπηκε σε κυρίαρχο μοτίβο για πολλά αντικείμενα καθημερινής χρήσης του οίκου. Το πορτραίτο της γυναίκας αυτής, που έζησε στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα -για πολλούς η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου στον καιρό της- γέννησε έναν άπειρο κατάλογο προσωπικοτήτων με 299 παραλλαγές της μέχρι το 1966. Σήμερα ήδη έχουν ξεπεράσει τις 500.

Ο Φορναζέτι τύπωσε το πρόσωπο πάνω στα πιο απίθανα πράγματα: από τασάκια έως κουρτίνες, από καρέκλες έως φωτιστικά, μετατρέποντας τους εσωτερικούς χώρους σε σύμπαντα άλλοτε μπαρόκ και άλλοτε ονειρικά. Με μάσκα στο ένα. Με δάκρυα σε άλλο. Γνέφοντας σε ένα τρίτο. Κοιμισμένη σε ένα τέταρτο. Με μουστάκι, βγάζοντας έξω τη γλώσσα, με ψεύτικη μύτη και με το πρόσωπο να σπάει σε κομμάτια, να μετατρέπεται σε πέτρα, να βγάζει φτερά πεταλούδας και γιρλάντες με φτερά.

Ο γιος του Φορναζέτι, Μπαρνάμπα, άρχισε να ασχολείται με την εταιρεία από την δεκαετία του 1980 και κατόπιν αιτήματος του πατέρα του, έχει επανεκδώσει πολλά από τα παλαιότερα σχέδια εισάγοντας και νέες γραμμές αλλά και επεμβαίνοντας σε αυτά, π.χ. “καταστρέφοντας” κάποια από αυτά, πράγμα που  συνηθίζουν να κάνουν καλλιτέχνες τα έργα τους όπως Banksy, Monet κλπ.

Η συγκεκριμένη επέμβαση έγινε από τον Carlo Dell’Acqua ο οποίος εμπνευσμένος πιθανότατα από τη φράση της Βιρτζίνια Γουλφ, στο μυθιστόρημά της, του 1931, Κύματα “Η ομορφιά πρέπει να σπάει καθημερινά για να παραμείνει όμορφη”,  θρυμμάτισε τα πιάτα με το χαρακτηριστικό πρόσωπο της  Καβαλιέρι για να τα ανασυνθέσει στη συνέχεια, με στόχο την ανάδειξη πολλών και διαφορετικών εκδοχών του δημοφιλούς αυτού προσώπου. Μπορεί η Καβαλιέρι να μην αυτοκτόνησε, αφού δεν γνωρίστηκε ποτέ με τον Φορναζέτι, όμως «έσπασε» σε κομμάτια η ομορφιά της. Ακόμη και έτσι, είναι ακόμη μία μούσα της postmodern art.

Ο ΙΣΠΑΝΟΣ

Δείτε την ταινία «Το κορίτσι με το σκουλαρίκι» με τους Σκάρλετ Γιόχανσον και Κόλιν Φέρθ / trailer  https://www.youtube.com/watch?v=8awflTA4QYE

Δείτε την ταινία «Μοντιλιάνι» με τον υπέροχο Αντυ Γκαρσία στο ρόλο του ζωγράφου / trailer

https://www.youtube.com/watch?v=GCN-p5_HT_M

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Καμία δημοσίευση για προβολή