Η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης και η μείωση των εισφορών το 2021 αλλάζουν τα δεδομένα στην αγορά εργασίας

μείωση ασφαλιστικών εισφορών εισφορά αλληλεγγύης

Η Ελλάδα εναρμονίζεται από την 1η Ιανουαρίου του 2021 με τις χώρες του ΟΟΣΑ αλλά και της Ευρώπης όσον αφορά το ύψος των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών που επιβάλλονται στη μισθωτή εργασία.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ (Καθημερινή της Κυριακής ), με την αθροιστική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 3,9 ποσοστιαίες μονάδες για εργοδότη και εργαζόμενο σε σχέση με 1/1/2020 αλλά και την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, οι συνολικές κρατήσεις περιορίζονται για τον μέσο μισθό της χώρας –περίπου 1.527 ευρώ μεικτά– στο 37,6% από 40,02% που ήταν τον Ιούνιο και 40,75% που ήταν τον Δεκέμβριο του 2019.

Πρόκειται για  το μικρότερο ποσοστό που καταγράφεται στην Ελλάδα από το 2000 μέχρι σήμερα όπως προκύπτει από την στατιστική του ΟΟΣΑ αλλά και η 18η χειρότερη επίδοση μεταξύ όλων των χωρών-μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.

Φτάνουμε τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ

Η δε απόσταση των περίπου 4,5 ποσοστιαίων μονάδων που μας χώριζε μέχρι σήμερα από τον μέσον όρο του ΟΟΣΑ (σ.σ. ο οποίος διαμορφωνόταν στο 36% με βάση τα δεδομένα του 2019) θα περιοριστεί κοντά στη μιάμιση ποσοστιαία μονάδα.

Αυτό βέβαια θα εξαρτηθεί και από την πολιτική που θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιπες χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία που θα αποκτηθούν μέσα στο 2021.

Το «πακέτο» του 2021 θα έχει ως αποτέλεσμα να ανατραπεί και η παγκόσμια ντροπιαστική πρωτιά που φέρνει την Ελλάδα να έχει τις υψηλότερες κρατήσεις στον πλανήτη (μετά την Ιταλία) για μια οικογένεια με δύο παιδιά στην οποία υπάρχει μόνο ένας εργαζόμενος.

Η χώρα μας, με ποσοστό κρατήσεων 37,83% για τη συγκεκριμένη οικογένεια, είναι αυτή τη στιγμή δεύτερη στον κόσμο πίσω μόνο από την Ιταλία.

Από 1/1/2021, ο συντελεστής κρατήσεων θα πέσει στο 35% και η Ελλάδα θα υποχωρήσει στην 7η ή στην 8η θέση μεταξύ των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ ανάλογα βέβαια και με το τι θα πράξουν οι υπόλοιπες χώρες που ξεχωρίζουν για την αυστηρή πολιτική κρατήσεων στις οικογένειες.

Η πολιτική αυτή ισχύει σε χώρες όπως  η Φινλανδία, η Τουρκία, η Σουηδία, η Γαλλία και το Βέλγιο.

Βέβαια, για την οικογένεια με τα δύο παιδιά, η απόσταση που θα χωρίζει και από 1/1/2021 την Ελλάδα από τον μέσον όρο του ΟΟΣΑ θα παραμείνει στις χαώδεις 8,6 μονάδες από 11,4 μονάδες το 2019.

Τουλάχιστον, αυτή θα είναι η μικρότερη απόσταση της τελευταίας 20ετίας για τον συγκεκριμένο δείκτη ο οποίος έχει πολύ μεγάλη σημασία, καθώς συνδέεται και με το πρόβλημα της υπογεννητικότητας.

Για το 2021, η κυβέρνηση βάζει ένα μεγάλο «στοίχημα

Μειώνοντας οριζόντια τις ασφαλιστικές εισφορές και καταργώντας την εισφορά αλληλεγγύης για όλους τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα –ανεξαρτήτως εισοδήματος– περιορίζει το συνολικό εργοδοτικό κόστος και ταυτόχρονα αυξάνει τις καθαρές αποδοχές των εργαζομένων.

Σε συνδυασμό μάλιστα με την εξάμηνη πλήρη επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών (τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζομένου) ελπίζει ότι θα δημιουργηθεί το κατάλληλο έδαφος για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας (και να συγκρατηθεί έτσι η ανεργία που επανήλθε σε ανοδική τροχιά).

Επιπρόσθετα, για να προκύψουν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Εφόσον κερδηθεί αυτό το στοίχημα, πολλά από τα μέτρα για τη μείωση του συνολικού μισθολογικού κόστους σε μεγάλο βαθμό θα αυτοχρηματοδοτηθούν. Και αυτό γιατί:

Μπορεί για έξι μήνες το Δημόσιο να πληρώνει όλες τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων που θα προσληφθούν μέσω του προγράμματος επιδότησης, από την άλλη όμως, σε αυτό το εξάμηνο η εφορία θα εισπράττει φόρους μέσω της παρακράτησης που υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα έμπαιναν στο κρατικό ταμείο.

Με τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών αλλά και την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για δημιουργία θέσεων εργασίας με καλύτερες αποδοχές και κατά συνέπεια υψηλότερες φορολογητέες αποδοχές.

Ούτως ή άλλως, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για τους εργαζομένους ανεβάζει τις φορολογητέες αποδοχές.

Καμία δημοσίευση για προβολή