Δραματική προειδοποίηση της ΤτΕ: Τα υπέρ-πλεονάσματα υπονομεύουν την οικονομία

 

Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, πού επικεντρώνει στη δημιουργία υπέρ – πλεονασμάτων, με την φορολογική καταιγίδα και την  περικοπή των επενδυτικών δαπανών, είναι καταστροφική. Γιατί στερεί τους απαραίτητους πόρους από την πραγματική οικονομία που θα βοηθούσαν την ανάκαμψή της. Και επιπλέον μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, με συνέπεια να επηρεάζεται αρνητικά η ιδιωτική κατανάλωση.

Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) στο πλαίσιο της Έκθεσής της για το Χρηματοπιστωτικό Σύστημα.

Είναι ένα «τεχνοκρατικό» ράπισμα στην κυβερνητική πολιτική της λιτότητας από τον πλέον αρμόδιο ανεξάρτητο οικονομικό θεσμό. Και τα συμπεράσματα της ΤτΕ , Αποκτούν δραματικό χαρακτήρα, αφού  έρχονται στη συνέχεια διεθνών εκτιμήσεων (ΟΟΣΑ και άλλων ανεξάρτητων αναλυτών) οι οποίες επισημαίνουν το λάθος μείγμα της εφαρμοζόμενης δημοσιονομικής πολιτικής: Τα υπέρ -πλεονάσματα κοστίζουν στην ανάπτυξη της πραγματικής Οικονομίας.

Στην Έκθεση της ΤτΕ υπογραμμίζεται ότι «η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου στερεί πόρους από την πραγματική οικονομία, που θα βοηθούσαν την ανάκαμψή της και την ενίσχυση της ρευστότητας». Και για τον λόγο αυτό συστήνει «μία αλλαγή του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να γίνει πιο φιλικό προς την ανάπτυξη».

Τονίζεται ότι «η υπέρβαση του πρωτογενούς πλεονάσματος έναντι του στόχου για ακόμα ένα έτος επηρέασε το διαθέσιμο εισόδημα και την ιδιωτική κατανάλωση, ενώ η υποεκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων επιδρά αρνητικά στο παραγωγικό κεφάλαιο της χώρας και τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική».

Η Έκθεση αναφέρεται στους εξωγενείς κινδύνους που απειλούν την Οικονομία το 2019. Αλλά θεωρεί ότι, συνδυαστικά, η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική σε θέματα όπως «η υπέρμετρη φορολόγηση, αλλά και τυχόν ανάκληση ή καθυστερήσεις στην υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων» θα επιδεινώσουν την κατάσταση.

Η ΤτΕ προτείνει την αναδιάταξη του δημοσιονομικού μίγματος μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών και της ανα- κατανομής της δημόσιας δαπάνης κατά τρόπο που θα τονώνει την ανάπτυξη.

Στην Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος τονίζεται ακόμη:

Περισσότερα σε λέξεις

– Η απρόσκοπτη πρόσβαση του Ελληνικού Δημοσίου στις αγορές ομολόγων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας στην κανονικότητα. Η ύπαρξη του ταμειακού αποθέματος ασφαλείας, αν και αποτελεί μια άγκυρα ασφαλείας καθώς επιτρέπει την εξασφάλιση χρηματοδότησης από τις αγορές με ευνοϊκούς όρους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, εντούτοις συνεχίζει να έχει εξαιρετικά βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα και περιορισμένου βαθμού δυνατότητα απορρόφησης κραδασμών από μια αντίξοη εγχώρια ή διεθνή συγκυρία.

– Αναμφισβήτητα, η καλύτερη εγγύηση για μια επιτυχή πορεία είναι η προσήλωση στην ολοκλήρωση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας και η επακόλουθη εδραίωση της εμπιστοσύνης των αγορών στις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, που είναι και το κύριο ζητούμενο για την απρόσκοπτη αναχρηματοδότηση του ελληνικού χρέους από τις αγορές κεφαλαίων και την πλήρη αποδέσμευση της Ελλάδος από τα προγράμματα επιτήρησης.

– Το υπάρχον δημοσιονομικό μίγμα, παρόλο που εκπληρώνει τους δημοσιονομικούς στόχους, στερεί πόρους από την πραγματική οικονομία λόγω της υπερφορολόγησης και της περικοπής των επενδυτικών δαπανών.

– Κατά συνέπεια, χρειάζεται μία αναδιάταξη του δημοσιονομικού μίγματος μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών και της ανα- κατανομής της δημόσιας δαπάνης κατά τρόπο που θα τονώνει την ανάπτυξη.

Τέλος, η έκθεση υπογραμμίζει πως «είναι σημαντικό να αντιστραφεί η τάση της μείωσης των δημοσίων επενδύσεων των προηγούμενων ετών, που έχει οδηγήσει στη μείωση του παραγωγικού αποθέματος κεφαλαίου της ελληνικής οικονομίας. Απαιτούνται λοιπόν η καλύτερη αξιοποίηση των πόρων των Διαρθρωτικών Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επέκταση των συμπράξεων δημόσιου – ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) σε κλάδους όπου υπάρχει έλλειμμα δημοσίων επενδύσεων, η επιτάχυνση του προγράμματος των αποκρατικοποιήσεων που θα συνοδεύονται από νέες επενδύσεις των ιδιωτών επενδυτών, αλλά και η ταχύτερη εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τον ιδιωτικό τομέα».