Θοδωρής Καλούδης

Οι καλές συμφωνίες με τις ΗΠΑ και τα «καλά λόγια» δεν λύνουν τα προβλήματά μας με την Τουρκία. Η Άγκυρα παραμένει ισχυρή προτεραιότητα της Ουάσιγκτον

 

 

Θα ήταν παράτολμο να θεωρήσουμε ότι η αναβάθμιση των Ελληνοαμερικανικών σχέσεων σημαίνει αναγκαστικά υποβάθμιση των δεσμών ΗΠΑ – Τουρκίας, παρά τα τελευταία σύννεφα στις σχέσεις τους.

Οι ΗΠΑ είναι πολύ δύσκολο να αφήσουν την Τουρκία στα χέρια της Μόσχας. Η στρατηγική σχέση τους έχει στέρεες βάσεις και η αναγνώριση της Ελλάδας ως σημαντικού παράγοντα ασφαλείας των Αμερικανικών (και Νατοϊκών) συμφερόντων στην περιοχή δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι δεν αναγνωρίζουν παράλληλα ανάλογους , ίσως και πιο σημαντικούς, ρόλους στην Τουρκία.

Η Ουάσιγκτον – κυρίως η Διοίκηση Τραμπ – δεν έπαψε ποτέ να θεωρεί την Άγκυρα σημαντικό στρατηγικό «συνέταιρο» στη Μέση Ανατολή. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δείξει ότι υπολογίζει τον Ταγίπ Ερντογάν ως φίλο και σύμμαχό του και ως ηγέτη που μπορεί να μιλήσει μαζί του αυτό που ο Αμερικανός πρόεδρος γνωρίζει καλά: business. Και η Τουρκία είναι καλός πελάτης των μεγάλων Αμερικανικών επιχειρήσεων που αποτελούν ισχυρό παράγοντα του Αμερικανικού πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου.

  • [«Τόσοι πολλοί άνθρωποι ξεχνούν το γεγονός ότι η Τουρκία είναι ένας μεγάλος εμπορικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών», έγραψε πρόσφατα ο πρόεδρος Τραμπ στο Twitter, προσθέτοντας, «ακόμη να θυμάστε, ότι είναι ένα σημαντικό μέλος στο ΝΑΤΟ»].

Το γεγονός ότι η Ελλάδα αποκτά νέους ρόλους στην Ανατολική Μεσόγειο, ως «μακρύ σύνορο» των ΗΠΑ, με την προσδοκία Αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας των κυριαρχικών δικαιωμάτων της στο Αιγαίο, δεν σημαίνει αυτόματα ότι η Ουάσιγκτον έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της Αθήνας στις αντιδικίες μας με την Άγκυρα. Μια τέτοια πεποίθηση θα ήταν οικτρή πλάνη. Στην καλύτερη περίπτωση, ισορρόπησε την πλάστιγγα – και αυτό είναι σημαντική εξέλιξη.

Ο δε άξονας στρατηγικής συνεργασίας, με επίκεντρο τα ενεργειακά, μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου , Ισραήλ, Αιγύπτου (υπό τη σκιά του Αμερικανικού παράγοντα) αποτελεί σίγουρα μια εξαιρετική προοπτική για τα Ελληνικά συμφέροντα, αλλά δεν αποκλείει διευθετήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο, κατά τις οποίες η Τουρκία σίγουρα δεν θα βγει χαμένη.

Ας ελπίσουμε ότι αυτές οι διευθετήσεις δεν θα αφορούν και το Αιγαίο. Γιατί όσα είπε (πριν τις εκλογές) στην «Καθημερινή» ο Κώστας Σημίτης (αμέσως μετά τη συνάντησή του με τον Αμερικανό πρέσβη) δεν είναι τυχαία. Και ακούγονται ως προτροπή (ίσως όχι μόνο δική του) «να προσπαθήσουμε να βρούμε λύσεις (με την Τουρκία), όχι πάντα ευχάριστες ίσως, αλλά που κατοχυρώνουν την ειρήνη στην περιοχή. Σε μια τέτοια προσπάθεια η Ελλάδα θα έχει τη συμπαράσταση τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και των ΗΠΑ», κατέληξε με υφέρπουσα βεβαιότητα ο τ. πρωθυπουργός – και όποιος κατάλαβε…

Συνεπώς, χαιρετίζοντας τη σύσφιξη των Ελληνοαμερικανικών σχέσεων (σε μια «ανύπαρκτη», σε γεωστρατηγικούς ρόλους,  Ευρώπη) δεν πρέπει να μας πιάνει ο ενθουσιασμός ότι τα προβλήματά μας με τους γείτονες λύθηκαν. Ούτε να βαυκαλιζόμαστε ότι ο Αμερικανός «πατερούλης» θα μας «σώσει» από το κακομαθημένο σύμμαχό μας, απέναντι, που απροσχημάτιστα βάζει διαρκώς θέματα μοιρασιάς -ιστορικής και οικονομικής- της προίκας μας. Το πολύ -πολύ να είναι διαιτητής σε «ντέρμπυ» μεταξύ ενός ισχυρού και ενός λιγότερο ισχυρού φίλου…

Η ορθή γραμμή στις σχέσεις με τις ΗΠΑ – που ακολούθησαν με συνέπεια όλες οι κυβερνήσεις μετά το 1990 – δημιουργούν σίγουρα νέους, ευνοϊκότερους, όρους στη γεωπολιτική σκακιέρα της περιοχής μας. Βελτιώνουν τη θέση της χώρας. Και τα «καλά λόγια» των Αμερικανών αξιωματούχων, λειτουργούν ίσως ως βάλσαμο στην ψυχή και τα τεντωμένα νεύρα μας.

Η Άγκυρα όμως το μόνο που καταλαβαίνει είναι η «ισχύς εν ειρήνη».  Και αυτό σημαίνει αμυντική θωράκιση του Αιγαίου και δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας.