Πειρατικές ιστορίες: Από τον Μαυρογένη, και τους Ιωαννίτες Ιππότες, στη γυναίκα πειρατή που σκόρπιζε τον τρόμο στη Νότια Κίνα

Ο Έντουαρντ Τιτς,  γνωστός ως Μαυρογένης

Πειρατικές ιστορίες: Από τον Μαυρογένη, και τους Ιωαννίτες Ιππότες, στη γυναίκα πειρατή που σκόρπιζε τον τρόμο στη Νότια Κίνα

Η πειρατεία είναι ένα από τα σοβαρότερα εγκλήματα του Διεθνούς Δικαίου. Σύμφωνα με  τον ορισμό της είναι κάθε πράξη βίας ή αιχμαλώτισης ή απόσπασης, η οποία διαπράττεται στην ανοιχτή θάλασσα ή τα διεθνή ύδατα από το πλήρωμα ή τους επιβάτες ενός ιδιωτικού πλοίου ή αεροσκάφους, και στρέφεται εναντίον προσώπων ή ιδιοκτησίας που μεταφέρονται με ένα άλλο σκάφος.

Οι λέξεις «πειρατεία» και «πειρατής» προέρχονται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα πειράω-, που σημαίνει δοκιμάζω (από εκεί προέρχεται και η λέξη πείραμα επίσης). Κατά το μεσαίωνα εμφανίσθηκε στη Δυτική Ευρώπη ένας νέος εννοιολογικός διαχωρισμός, όσον αφορά το ηθικό και νομικό περιεχόμενο της πειρατείας. Ως πειρατής περιγραφόταν πια ο παράνομος που λήστευε πλοία τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και πολέμου, ενώ ως κουρσάρος (από τo γαλλικό corsaire) ο ιδιώτης που εξουσιοδοτείτο από τις αρχές ενός κράτους να διαπράττει πειρατικές ενέργειες εναντίον εχθρικών, (προς το κράτος εντολέα), πλοίων και πόλεων σε καιρό πολέμου («κούρσα»).

Ο  Έντουαρντ Τιτς ή Μαυρογένης 

Ο Έντουαρντ Τιτς,  γνωστός ως Μαυρογένης, ήταν διαβόητος Άγγλος πειρατής που επιχειρούσε στις Δυτικές Ινδίες και την ανατολική ακτή των βρετανικών αποικιών στη Βόρεια Αμερική. Γεννήθηκε στο Μπρίστολ της Αγγλίας. Η οικογένειά του μετακόμισε στην Τζαμάικα όπου ο Έντουαρντ Τιτς αναφέρεται ως ναυτικός του Βασιλικού Ναυτικού το 1706. Ο Τιτς κατέλαβε ένα γαλλικό εμπορικό πλοίο, το μετονόμασε σε Η εκδίκηση της βασίλισσας Άννας (Queen Anne’s Revenge) και το εξόπλισε. Έγινε περίφημος πειρατής και το παρατσούκλι του προέρχεται από την παχιά μαύρη γενειάδα του και τη φοβερή εμφάνισή του.

Ο Έντουαρντ Τιτς,  γνωστός ως Μαυρογένης

Έξυπνος και υπολογιστικός ηγέτης, ο Τιτς απέρριπτε τη χρήση βίας, στηριζόμενος αντ’ αυτής στην τρομακτική του εικόνα για να προκαλέσει την απάντηση που ήθελε απ’ αυτούς που λήστευε. Σε αντίθεση με τη σύγχρονη εικόνα του παραδοσιακού τυραννικού πειρατή, διοικούσε τα πλοία του με την άδεια του πληρώματός τους και δεν υπάρχει καμία αναφορά ότι έχει βλάψει ή δολοφονήσει ποτέ αυτούς που κρατούσε αιχμάλωτους.

Επιβλητικός σε ύψος και κορμοστασιά, ο Τιτς καλλιεργούσε σκόπιμα τη δαιμονική του εμφάνιση, αφού είδε ότι αυτό προκαλούσε πρωτόγνωρο φόβο στους εχθρούς. Η τεράστια μαύρη γενειάδα του, την οποία έδενε με μαύρα κορδελάκια, ήταν το μεγάλο του όπλο: πριν πάει στη μάχη, προσάρμοζε καννάβινο σχοινί πάνω στο μούσι και τα μαλλιά του, το οποίο είχε εμβαπτίσει σε ποτάσα ώστε να καίγεται αργά. Άναβε λοιπόν τις καννάβινες αυτές απολήξεις και οι καπνοί που αναδύονταν από το πρόσωπό του τον έκαναν να μοιάζει σαν να βγήκε κατευθείαν από την Κόλαση.

Ο Μαυρογένης ήταν και αυτός που καθιέρωσε το ορίτζιναλ motto των πειρατών. “Every man for himself”, ενώ πρέσβευε ότι έπρεπε να δημιουργηθεί μία συμμαχία ανεξάρτητων, ελεύθερων ανθρώπων του Νέου Κόσμου, που θα κρατούσαν την μαύρη σημαία της αντίθεσης τους με το Στέμμα, ψηλά στο κατάρτι. Και με τα χιαστί οστά και τις νεκροκεφαλές, να θυμίζουν ότι είναι έτοιμοι να μπήξουν το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο αν χρειαζόταν.

Το τέλος του Μαυρογένη

Κάτω από τις εντολές του έμπειρου υποπλοίαρχου Ρόμπερτ Μέιναρντ, δυο βρετανικά πολεμικά κατάφτασαν στις ακτές της Καρολίνα με ρητές οδηγίες να χαλάσουν την πειρατεία στην περιοχή. Ο Μέιναρντ έστησε καρτέρι στο πλοίο του Μαυρογένη και τα ξημερώματα της 22ας Νοεμβρίου 1718 εξαπέλυσε την επίθεσή του.

Στην αρχή τα ρηχά νερά ματαίωσαν την ευόδωση του σκοπού του καθώς τα πλοία κόλλησαν στον πυθμένα της θάλασσας. Η μάχη συνεχίστηκε την επόμενη μέρα, όταν οι Βρετανοί κατάφεραν να βγουν και πάλι στα ανοιχτά. Από τις ομοβροντίες του Μαυρογένη πολλοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους και ο πειρατής πίστεψε λάθος πως το εχθρικό πλήρωμα είχε αποδεκατιστεί. Κι έτσι αποβιβάστηκε πάνω στο καράβι του Μέιναρντ _κάτι που ήταν παγίδα: ο υποπλοίαρχος και το πλήρωμά του είχαν κρυφτεί στα αμπάρια περιμένοντας την επίθεση των πειρατών.

Η μάχη που ακολούθησε πάνω στο κατάστρωμα έμελλε να είναι η τελευταία του τρομερού κουρσάρου, ο οποίος πολέμησε γενναία και δέχθηκε 5 σφαίρες και 20 μαχαιριές. Στο τέλος ο πειρατής αποκεφαλίστηκε. Είτε, όπως το θέλει ο μύθος, παλεύοντας μέχρι την ύστατη στιγμή με το σώμα γεμάτο σφαίρες, ώσπου έπεσε στο κατάστρωμα νεκρός είτε όπως άλλες πληροφορίες αυτοπτών λένε, χάνοντας μονομιάς το κεφάλι από ένα καίριο χτύπημα σπαθιού, ο πειρατής πέθανε παίρνοντας μαζί του το μυστικό του κρυμμένου θησαυρού του.

Οι αντίπαλοί του, Αμερικανοί ναυτικοί κυρίως, κάρφωσαν το κρανίο του στην πλώρη του πλοίου στη διάρκεια της επιστροφής πίσω στη Βιρτζίνια. Σήμερα θεωρείται περισσότερο επαναστάτης παρά πειρατής. Ήταν ο άνθρωπος που πήγε κόντρα σε ένα ολόκληρο καθεστώς, σε ένα ρεύμα ελέγχου που τελικά οι Άγγλοι θα έχαναν με τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας των Αμερικανών.

Το πειρατικό του πλοίο Η εκδίκηση της βασίλισσας Άννας εντοπίστηκε το 1997 ανοιχτά των ακτών της Βόρειας Καρολίνα και από τότε περίπου 250.000 αντικείμενα, από χρυσά νομίσματα και άλλα πολύτιμα είδη, μέχρι κανόνια, άγκυρες και τμήματα του κύτους ανελκύστηκαν, με σκοπό τη μελέτη και την έκθεσή τους σε μουσείο.

Το 2011, αρχαιολόγοι στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής προχώρησαν σε μια σημαντική ανακάλυψη, αφού βρήκαν και ανέσυραν από τον βυθό της θάλασσας ένα κανόνι ηλικίας 300 ετών από το πλοίο του Μαυρογένη. Το 2013, ανέσυραν μοναδικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων και ένα βαρύτιμο σπαθί που πιθανότατα ανήκε στον ίδιο τον Μαυρογένη.

 Η πειρατική δράση των Ιωαννιτών ιπποτών στις ελληνικές θάλασσες

Τον 16ο και ιδιαίτερα τον 17ο αιώνα, η πειρατεία αποτελούσε κανόνα της καθημερινής ζωής. Από το Βόρειο Αιγαίο ως το Μυρτώο και το Λιβυκό πέλαγος, τα πειρατικά και κουρσάρικα καράβια παραμονεύουν. Οι ελληνικές ακτές με την ιδιαίτερη ακτογραμμή, τους βράχους, τις σπηλιές και τους πάμπολλους αθέατους όρμους αποτελούν τα ιδανικά κρησφύγετα.

Οι πειρατές ορμούν από την χερσόνησο της Γραμβούσας στην δυτική Κρήτη, το Σαρακήνικο της Μήλου, από το Σαρακήνικο της Ελαφονήσου και το Μαραθιά, από τον Γέρακα (Πόρτο Καδένα) και από άλλα πολλά μικρότερα ορμητήρια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατά την περίοδο της πειρατείας παρουσιάζει η Κίμωλος, η οποία έχει ένα ιδιότυπο είδος ασυλίας από πειρατές και κουρσάρους, καθώς φιλοξενεί μόνο πεντακόσιες γυναίκες και έξι με οκτώ καθολικούς ιερείς για τις ανάγκες των πειρατών του Αιγαίου.

Μπορεί να φαίνεται παράδοξο, αλλά οι Ιωαννίτες ιππότες ήταν οι πρώτοι Δυτικοί που άσκησαν πειρατεία στις ελληνικές θάλασσες και μάλιστα αμέσως μετά την εγκατάστασή τους στη Ρόδο. Κύριος στόχος τους ήταν οι μουσουλμάνοι. Σπάνια στρέφονταν εναντίον των Ελλήνων και σχεδόν ποτέ κατά των Δυτικών και ιδιαίτερα των Βενετών. Μετά το 1530 όμως, η στάση τους άλλαξε και στρέφονταν πλέον τόσο εναντίον των Ελλήνων όσο και κατά των Δυτικών ομοθρήσκων τους (τα μέλη του Τάγματος των Ιωαννιτών ήταν κυρίως Ισπανοί και Γάλλοι).

Οι πρώτοι Έλληνες πειρατές

Το 1510, αναφέρονται και οι πρώτοι Έλληνες πειρατές που δρούσαν για λογαριασμό των Ιωαννιτών. Ήταν ο Τρωιλός, ο Νικολός Σαντορίνης ή Σαντοριναίος και ο Νικολός από τη Μήλο (Nicolo da Milo). Ο Τρωιλός, είχε αξιοσημείωτη δράση και τα επόμενα χρόνια, καθώς αναφέρεται ότι πουλούσε τα λάφυρα από τα ρεσάλτα του στις Βόρειες Σποράδες.

Μεταξύ 1510 και 1520, η δράση των Ιωαννιτών και των συνεργατών τους πειρατών, ήταν εντονότατη.  Την 1η Ιανουαρίου 1523 οι Ιωαννίτες, συνοδευόμενοι από 4.000 κατοίκους της Ρόδου εγκατέλειψαν το νησί μετά από διακόσια χρόνια κυριαρχίας, αφού νικήθηκαν από τον Σουλεϊμάν Α (τον Μεγαλοπρεπή). Εγκαταστάθηκαν στη Μάλτα και επιδόθηκαν με ακόμα μεγαλύτερη ζέση στην πειρατεία.

Η τελευταία αναφορά για Ιωαννίτη ιππότη, που ασκούσε πειρατεία σε ελληνικά νερά, έξω από τον Κάβο Μαλέα, ανάγεται στα 1706 και αφορά τον ιππότη Saint Pierre.  Κάπου εκεί κλείνει, ο «επίσημος» κατάλογος των Ιωαννιτών πειρατών, που αποτέλεσαν, ειδικά μετά το 1530 μάστιγα για τα ελληνικά νησιά. Το Τάγμα υπάρχει έως σήμερα, έχει περίπου 8.000 μέλη και περιορίζεται σε φιλανθρωπική δράση.

Η Πειρατίνα «Madame Shi» 

Η Μαντάμ Τσινγκ ή Τσινγκ Σι  ήταν εξέχουσα Κινέζα πειρατής κατά τη δυναστεία των Τσινγκ, που τρομοκρατούσε τη Θάλασσα της Κίνας στις αρχές του 19ου αιώνα. Διοικούσε προσωπικά πάνω από 300 τζόγκες επανδρωμένες με 20.000-40.000 πειρατές -άντρες, γυναίκες, ακόμα και παιδιά- ενώ ο υπόλοιπος στόλος που διοικούσαν οι υφιστάμενοί της περιελάμβανε πάνω από 1.500 σκάφη με πλήρωμα που έφτανε τους 180.000.

Ήρθε σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες αυτοκρατορίες της εποχής, όπως τη βρετανική, τη πορτογαλική και τη δυναστεία των Τσινγκ. Γεννήθηκε το 1775 και σε ηλικία 26 ετών, δούλευε σε οίκο ανοχής στην Καντόνα της Νότιας Κίνας. Το 1800, οι πειρατές κατέλαβαν τον πλωτό οίκο ανοχής και τότε γνώρισε τον Ζενγκ Γι, έναν από τους πιο τρομερούς πειρατές, ο οποίος γοητεύτηκε από τη δυναμική κοπέλα και θέλησε να την παντρευτεί.

Η Μαντάμ Τσινγκ ή Τσινγκ Σι 

Στην αρχή η Τσινγκ Σι κυβερνούσε μαζί με τον άντρα της περισσότερα από 1800 πειρατικά σκάφη. Αλλά το 1807, σ’ έναν τυφώνα, ο αρχηγός των πειρατών πνίγηκε. Οι πειρατές σκέφτηκαν ότι η ζωή θα ήταν ευκολότερη αν κυβερνήτης ήταν γυναίκα. Έδωσαν στην Τσινγκ Σι την εξουσία η οποία και κυβερνούσε καλύτερα από τον άντρα της. Συνεργαζόταν με αγρότες για την εξασφάλιση της τροφοδοσίας του στόλου της και με οποιονδήποτε θεωρούσε ότι θα μπορούσε να την ωφελήσει έμπρακτα.

Βέβαια η αυστηρή πειθαρχία την βοήθησε να διοικήσει έναν ολόκληρο στρατό. Για παράδειγμα, για μη εξουσιοδοτημένη απουσία από το πλοίο, ένας έχασε το αυτί του ή όσοι την πρόδιδαν τους κάρφωνε τα πόδια στο κατάστρωμα.  Αν παράκουγες εντολή, ή αν έδινες δικιά σου, που δεν προέρχεται από την Τσινγκ Σι, σου έκοβαν επιτόπου το κεφάλι. Επίσης, απαγορευόταν να κλέψεις κάτι πριν μοιραστεί η λεία. Για τον διαμοιρασμό της, ακολουθούνταν μια συγκεκριμένη διαδικασία. Άλλες τιμωρίες του κώδικα, για διάφορες παραβάσεις, περιελάμβαναν το μαστίγωμα και αρκετά βασανιστήρια.

Με τον καιρό, οι Κινέζοι άρχοντες έστειλαν τον μανδαρίνο ναύαρχο Κβο Λανγκ Λιν για να καταστρέψει τον πειρατικό στόλο της Τσινγκ Σι. Η μάχη κράτησε από την αυγή μέχρι το σούρουπο. Ο στόλος του Κβο Λανγκ Λιν καταστράφηκε και ο ίδιος αυτοκτόνησε, σύμφωνα με την αρχαία συνήθεια.

Τον Σεπτέμβριο του 1809, μερικοί Άγγλοι ναύτες επέστρεφαν με μία βάρκα στο πλοίο τους. Ξαφνικά περικυκλώθηκαν από τους πειρατές της Τσινγκ Σι. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και ο Ριχάρδος Γκλάσπουλ. Τρεις μήνες αργότερα, ένα βρετανικό πλοίο συναντήθηκε με τη ναυαρχίδα της Τσινγκ Σι. Ο Γκλάσπουλ και οι ναύτες ανταλλάχτηκαν με χρυσαφικά και χρήματα.

Το τέλος της πειρατείας της Τσινγκ Σι

Στην προσπάθεια της να κατατροπώσει τον στόλο του Αυτοκράτορα που την πολεμούσε και προσπαθούσε να την αφανίσει επί δυο χρόνια, είχε καταφέρει να του κλέψει 63 πλοία που είχε στείλει ο ίδιος για να την εξοντώσει.

Ύστερα από αδιάκοπες μάχες και ήττες, ο Αυτοκράτορας άλλαξε στρατηγική και πρόσφερε αμνηστία σε εκείνη και τους πειρατές της. Εκείνη αρνήθηκε γιατί δεν ήθελε να προδώσει τους ανθρώπους που την στήριξαν. Ωστόσο, το 1810 ζήτησε από τον Διοικητή της επαρχίας της Guangdong να συνάψουν ειρήνη υπό όρους. Κατάφερε να κρατήσει τα λάφυρα της στο ακέραιο, αλλά δεν μπόρεσε να προστατέψει όλους τους πειρατές της. Άλλοι εκτελέστηκαν και μερικοί καταδικάστηκαν για τα εγκλήματα τους. Όσοι έμειναν ελεύθεροι μπήκαν στον στρατό, μαζί με αυτός και ο θετός της γιος Chang Pao.

Η Τσινγκ Σι ζήτησε τίτλο ευγενείας και φυσικά τον έλαβε. Σε ηλικία μόλις 35 ετών, η «Λαίδη Τσινγκ Σι» άνοιξε οίκο ανοχής με τυχερά παιχνίδια και τζόγο, τον οποίο διηύθυνε μέχρι τον θάνατό της το 1884 σε ηλικία 69 ετών, ενώ επίσης, ασχολήθηκε και με το εμπόριο αλατιού.

 Σήμερα

Σομαλοί πειρατές

Από τις αρχές του 2020 μέχρι σήμερα τα πειρατικά ρεσάλτα στην Ασία αυξήθηκαν κατά 38% εξαιτίας των περισσότερων περιστατικών που καταγράφηκαν στο Μπαγκλαντές, στην Ινδία, στις Φιλιππίνες, στη  νότια θάλασσα της Κίνας και στα στενά της Σιγκαπούρης. Τα στενά αυτά  έχουν γίνει πολύ επικίνδυνα μάλιστα  αφού εκεί  σημειώθηκαν οι περισσότερες επιθέσεις.   

Ο ΙΣΠΑΝΟΣ

 

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Καμία δημοσίευση για προβολή