Πώς κατέρρευσε το «μεγαλύτερο σκάνδαλο» - Η κραυγαλέα απόπειρα ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής που κλόνισε θεσμούς

Πώς κατέρρευσε το «μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του Ελληνικού κράτους»; Χρειάστηκαν έρευνες περίπου τριών χρόνων, τρεις παραιτήσεις εισαγγελικών λειτουργών, θύελλα αντιδράσεων από την αντιπολίτευση, που είχε καταγγείλει από την πρώτη στιγμή προσπάθεια σπίλωσης των πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης, χωρίς στοιχεία, για να αποδειχθεί και δικαστικώς ότι η υπόθεση της Novartis διέθετε περιορισμένο ποινικό ενδιαφέρον σε σχέση με τους πολιτικούς, τα ονόματα των οποίων ενεπλάκησαν στην υπόθεση.

Αυτή είναι η εκτίμηση της έμπειρης δημοσιογράφου Ιωάννας Μάνδρου σε ανάλυση της που δημοσιεύει η «Καθημερινή» στην Κυριακάτικη έκδοσή της και αποσπάσματά της αναδημοσιεύουμε.

Ηδη, η αρχειοθέτηση για τέσσερις πολιτικούς, τους Ευάγγελο Βενιζέλο, Παναγιώτη Πικραμμένο, Γιώργο Κουτρουμάνη και Ανδρέα Λυκουρέντζο, και το νέο πακέτο αρχειοθετήσεων και για άλλους που αναμένεται, πιθανότατα, την επόμενη εβδομάδα, έχουν καταφέρει ισχυρότατο πλήγμα στο κυβερνητικό αφήγημα, που είχε περιγραφεί ως «το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως ελληνικού κράτους», πυροδοτώντας από τότε έντονες επικρίσεις και αντιδράσεις.

Η εισαγγελική έρευνα που έχει κρατήσει μεγάλο διάστημα, διατηρώντας την υπόθεση «ζώσα» και ενεργές τις υποψίες εις βάρος σημαντικών πολιτικών προσώπων, μεταξύ των οποίων πρώην πρωθυπουργοί, κατέδειξε αυτό που ήταν ορατό από την αρχή, όταν η υπόθεση Novartis έφθασε στη Βουλή για δέκα πολιτικούς με μόνα, ουσιαστικώς, στοιχεία τις καταθέσεις τριών –τότε–προστατευόμενων μαρτύρων, οι οποίοι με αοριστίες και γενικότητες κατονόμαζαν δέκα πολιτικούς για χρηματισμό.

Οι καταθέσεις αυτές είχαν ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων όχι μόνον από τους εμπλεκόμενους, πολλοί από τους οποίους ήδη έχουν κινηθεί δικαστικά εναντίον τους, αλλά και από την αντιπολίτευση, η οποία είχε μιλήσει για ψευδομάρτυρες και για «στημένους» κουκουλοφόρους.

Η υπόθεση Novartis, από τις δικαστικές εξελίξεις που ακολούθησαν και το αποτέλεσμά τους, απεδείχθη ως μία απόπειρα ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής, χωρίς στοιχεία, που όξυνε το πολιτικό κλίμα, κλόνισε θεσμούς και προκάλεσε ισχυρό ρήγμα στην εμπιστοσύνη που πρέπει να έχουν οι πολίτες για τα πολιτικά πρόσωπα τα οποία υπηρετούν καίριες θέσεις στη διάρθρωση του δημοκρατικού μας πολιτεύματος.

Επίσης, η υπόθεση αυτή δοκίμασε, όσο καμία άλλη, την αντοχή της ανεξαρτησίας του δικαστικού συστήματος, καθώς εισαγγελείς εκτέθηκαν με χειρισμούς και με διαδικασίες που δεν παραπέμπουν σε οργανωμένο κράτος δικαίου.

Και ενώ προς το παρόν η υπόθεση έχει αχθεί στη Βουλή, μόνον για τον Ανδρέα Λοβέρδο, από τον οποίο στη φάση αυτή η Εισαγγελία Διαφθοράς ζητεί εξηγήσεις για το αμφιλεγόμενο αδίκημα της δωροδοκίας, τις προσεχείς ημέρες, πληροφορίες από εισαγγελικές πηγές κάνουν λόγο για δεύτερο πακέτο αρχειοθετήσεων και για άλλους πολιτικούς από τους πέντε συνολικά για τους οποίους η έρευνα έχει μείνει, προς το παρόν, ανοικτή.

Πάντως, αν οι πληροφορίες αυτές περί εκτεταμένων αρχειοθετήσεων τελικώς επιβεβαιωθούν, τα ερωτήματα που θα προκύψουν σε πολιτικό και δικαστικό επίπεδο θα είναι πολλά και σοβαρά, σχετικά με το πώς δρομολογήθηκαν διαδικασίες ερευνών, με αφορμή καταθέσεις προστατευόμενων μαρτύρων, οι οποίοι χωρίς στοιχεία ενέπλεξαν σημαντικά πολιτικά πρόσωπα σε μια ιστορία χρηματισμού και παράνομων συναλλαγών.

Το εντυπωσιακό του πράγματος είναι πως με αυτά τα στοιχεία δρομολογήθηκαν πολιτικές διεργασίες και δικαστικές διαδικασίες για τόσους πολλούς πολιτικούς, βαριά ονόματα, χωρίς να υπάρχουν έστω κάποια δεδομένα αξιόπιστα, ότι κάτι έχουν κάνει ή κάτι τέλος πάντων θα βρεθεί.

Τα ερωτήματα αυτά γίνονται συνθετότερα, όχι μόνον από τις εκ των υστέρων αρχειοθετήσεις για πολλούς από τους πολιτικούς που εκτέθηκαν ως χρηματισθέντες, αλλά από το γεγονός ότι προφανώς κάποιοι στην κυβέρνηση γνώριζαν ότι δεν υπάρχει τίποτα εις βάρος τους ούτε στοιχεία για χρηματισμό.

Από την «Καθημερινή» (Ιωάννα Μάνδρου)