Περιορισμός της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στα αναδρομικά συζητιέται σε κυβερνητικούς κύκλους

Τον περιορισμό της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στα αναδρομικά συζητά η κυβέρνηση, όπως προκύπτει από άρθρο του επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, και πρώην στενό συνεργάτη του πρωθυπουργού, Φραγκίσκου Κουτεντάκη.

Ο κ. Κουτεντάκης δεν καταθέτει τώρα τυχαία την πρότασή του. Ζητεί «μια ισορροπημένη λύση «μεταξύ συνταγματικής νομιμότητας και δημοσιονομικής σταθερότητας» στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης, και σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή»κρούει «σήμα κινδύνου» για ενδεχόμενο δημοσιονομικό εκτροχιασμό στην περίπτωση που δικαιωθούν οι κατηγορίες συνταξιούχων και εργαζομένων που προσφεύγουν στα δικαστήρια. Επισημαίνει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Ένας κίνδυνος που έχει προκύψει και θα μας απασχολήσει το επόμενο διάστημα είναι η ανταγωνιστική σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ συνταγματικής νομιμότητας και δημοσιονομικής σταθερότητας.

Προκύπτουν, λοιπόν, κάποια εύλογα ερωτήματα για τις συνέπειες της συνταγματικής συμμόρφωσης της δημοσιονομικής πολιτικής. Τι συμβαίνει όταν το δημοσιονομικό βάρος της συμμόρφωσης υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες του προϋπολογισμού; Ή μήπως να επιμείνουμε στη συνταγματικότητα με κάθε κόστος, ακόμα κι αν το κόστος είναι μία ακόμα χρεοκοπία του ελληνικού κράτους;

Σε αυτά τα ερωτήματα δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, όμως η διαχείρισή τους αποτελεί σημαντική εστία αβεβαιότητας. Η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης είναι ευκαιρία να αναζητηθεί, σε ανοικτό δημόσιο διάλογο, μια ισορροπημένη σχέση μεταξύ συνταγματικής νομιμότητας και δημοσιονομικής σταθερότητας».

«Βόμβα» οι αποφάσεις

Προς το παρόν κανένας πολιτικός φορέας δεν έχει θέσει επισήμως στην ατζέντα της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης από την επόμενη Βουλή, ζήτημα περιορισμού της δικαστικής εξουσίας σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής. Το θέμα είναι «ευαίσθητο» πολιτικά και δύσκολο επικοινωνιακά στον χειρισμό του, ιδιαίτερα στην παρούσα συγκυρία όπου η κυβέρνηση έχει κάνει «σημαία» της πολιτικής της ότι δεν θα περικοπούν 2,065 δισ. ευρώ από τους «παλαιούς» συνταξιούχους το 2019, στηριζόμενη όμως στα υπερ-πλεονάσματα από περικοπές 4,5 δισ. ετησίως στις παλαιές συντάξεις, που έχουν κριθεί από το 2015 ήδη ως «αντισυνταγματικές»!

Ωστόσο η ιδέα να μπουν όρια –ειδικά για το ζήτημα της αναδρομικής ισχύος των αποφάσεων των δικαστηρίων- αρχίζει ήδη να συζητείται και κερδίζει έδαφος στο στρατηγείο της κυβέρνησης. Όπως έλεγε σημαίνων πρόσωπο του οικονομικού επιτελείου, σχολιάζοντας το κόστος των ήδη δεδικασμένων αναδρομικών, «αν έπρεπε να πληρωθούν τέτοια ποσά, τότε οι συντάξεις έχουν ήδη κοπεί και η χώρα έχει μπει από τώρα σε νέο Μνημόνιο, αλλά δεν το ξέρουμε»!

Περισσότερα σε λέξεις

Καθόλου τυχαία, οι αιτήσεις συνταξιούχων προς τον ΕΦΚΑ γίνονται πλέον μόνον ηλεκτρονικά και η διατύπωση στη προσυμπληρωμένη φόρμα συμπλήρωσης της αίτησης αναφέρει: «Παρακαλώ να μην εφαρμοστούν οι μειώσεις (των) ν. 4051/2012 και 4093/2012 στην κύρια και επικουρική σύνταξη που λαμβάνω από τους ακόλουθους τ. φορείς». Σαν δηλαδή ο συνταξιούχος να ζητάει απλώς να διακοπούν από εδώ και μπρος, αλλά όχι και να του επιστραφούν αναδρομικά (και εντόκως) για τα προηγούμενα χρόνια, με κόστος για το δημόσιο 4,5-5 δισ. ανά έτος.

Μαρτύριο του Σύσσιφου

Μεθόδευση της κυβέρνησης φαίνεται πως ήταν εξ αρχής να καλύπτει το πρόβλημα των αναδρομικών, αγνοώντας τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, θέλοντας να το μεταφέρει στην επόμενη Βουλή και κυβέρνηση. Ωστόσο ο κίνδυνος να καταρρεύσει στα δικαστήρια και ο νόμος Κατρούγκαλου πριν γίνουν εκλογές, αναγκάζει τους αρμοδίους να αναζητήσουν λύσεις από τώρα, ενόψει και της συνταγματικής αναθεώρησης.

Ακόμα και στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (δηλαδή οι «συνήγοροι» του Δημοσίου στις δίκες για τις προσφυγές) αναγνωρίζουν πως η μάχη των αναδρομικών έχει χαθεί (όπως έκρινε και η Τριμελής Επιτροπή του ΝΣΚ για τον ΕΦΚΑ) αλλά «ακόμα και ο νόμος Κατρούγκαλου πάσχει γιατί παίρνει σαν βάση τις περικοπές που έγιναν το 2012 αλλά κρίθηκαν ήδη αντισυνταγματικές από το 2015».

Επιφυλάξεις

Το εγχείρημα πάντως δεν είναι ούτε πολιτικά ούτε οικονομικά ανώδυνο και εκφράζονται ήδη προβληματισμοί, για το αν και πώς μπορεί να ανοίξει δημόσια μία τέτοια συζήτηση, καθώς θα πρέπει να επιδιωχθεί και ευρύτερη πολιτική συναίνεση για να μπορέσει να υπερψηφιστεί και να ισχύσει η όποια αλλαγή προταθεί:

α) είναι δυνατόν να μην εκδίδονται ή να αγνοούνται αποφάσεις για οικονομικά θέματα από το ΣτΕ ή το Ελεγκτικό Συνέδριο; Προφανέστατα όχι, γιατί θα ισοδυναμούσε με ακύρωση της δικαστικής εξουσίας. Άλλωστε οι αποφάσεις για τις συντάξεις και άλλα μέτρα που έχουν κριθεί αντισυνταγματικά, στηρίζονται συχνά στη Συνθήκη και τη νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο οποίο θα προσέφευγε ο κάθε πολίτης, εάν έμπαινε φραγμός στην ελληνική Δικαιοσύνη. Αναζητείται όμως αν υπάρχουν τρόποι για να περιοριστεί ως ένα βαθμό η μαζική παραγωγή αποφάσεων για κάθε μέτρο δημοσιονομικού χαρακτήρα (φορολογικά, ασφαλιστικά ή άλλα) πχ με την χρήση ειδικών κριτηρίων ή εκθέσεων, ακόμα και εκδίκαση με ειδική διαδικασία, κριτήρια ή σύνθεση δικαστηρίου -όπως είχε συμβεί με παλαιότερα με το Μισθοδικείο.

β) μπορούν να περιοριστούν ο χρόνος αναζήτησης και επιδίκασης αναδρομικών; Εδώ φαίνεται να είναι ευκολότερα τα πράγματα και σε αυτό το πεδίο στρέφεται κυρίως το ενδιαφέρον των κυβερνώντων, ειδικά στην περίπτωση που ο νόμος Κατρούγκαλου καταπέσει.

Βάσει σχεδίου

Ευαισθησίες και μέριμνα για το δημοσιονομικό κόστος πάντως, τα ανώτατα δικαστήρια έχουν επιδείξει σε πολλές περιπτώσεις ήδη, και ειδικά στα χρόνια του Μνημονίου. Και η επίμαχη απόφαση του ΣτΕ τον Ιούνιο του 2015 είχε προφυλάξει το Ελληνικό Δημόσιο -και την νέα τότε κυβέρνηση- ορίζοντας ότι οι περικοπές των συντάξεων είναι μεν αντισυνταγματικές, αλλά δεν οφείλονται αναδρομικά προ του 2015 «για λόγους δημοσίου συμφέροντος».

Παρόλα αυτά, επί τρία χρόνια η ηγεσία των υπουργείων Οικονομικών και Εργασίας έσπρωχναν «προς τα πίσω» το πρόβλημα, αποφεύγοντας να εφαρμόσουν εφεξής αποφάσεις του ΣτΕ –αλλά και τις προεκλογικές τους υποσχέσεις για αποκατάσταση των παλαιών συντάξεων με χορήγηση 13ης και 14ης σύνταξης.

Πολιτικά πάντως, όλα τα πολιτικά κόμματα –ή όσα τουλάχιστον έχουν ασκήσει την διακυβέρνηση της χώρας – συμφωνούν ότι δεν πρέπει οι δικαστικές αποφάσεις να θέτουν σε κίνδυνο τις δημοσιονομικές αντοχές του Κράτους, ούτε επίσης τα δικαστήρια να χαράζουν την οικονομική πολιτική της χώρας.

Ωστόσο δείχνουν πως δυσκολεύονται να συμφωνήσουν στην λήψη ή ανατροπή μέτρων και νόμων, ειδικά σε «οιωνεί» προεκλογική περίοδο. Στην περίπτωση αυτή, «το ένα κόμμα κοιτάει το άλλο» για το ποιος θα κάνει την πρώτη κίνηση, προκειμένου να (ετερο-) προσδιορίσει τη στάση του. Στην πράξη πάντως, νομικοί κύκλοι στην κυβέρνηση θεωρούν πως υπάρχει πεδίο συνεννόησης, εφόσον επιδείξουν όμως όλοι διάθεση εξεύρεσης λύσεων του προβλήματος και «δεν χαθούν τελικώς μέσα σε αιτήσεις και την άκρατη προπαγάνδα».

Από το newsroom του economico.gr σε συνεργασία με το newmoney.gr (ρεπορτάζ του Κωστή Πλάντζου)

Περισσότερα νέα, ρεπορτάζ και αναλύσεις:ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ