Προεκλογικά κόλπα Τραμπ με το Ανώτατο Δικαστήριο: “Θα κινηθώ γρήγορα. Γιατί όχι;”

Κόλπα του Τραμπ με το Ανώτατο Δικαστήριο
  • O θάνατος της εμβληματικής Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ σημαίνει ότι ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί να προτείνει τον αντικαταστάτη της. Ακόμη κι αν χάσει τις εκλογές μπορεί να επηρεάσει τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστήριου.

    

Οι προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ θα πραγματοποιηθούν στις 3 Νοεμβρίου, αλλά επισήμως ο διορισμός του νέου προέδρου δεν θα γίνει πριν τις 20 Ιανουαρίου 2021. Ακόμη κι αν ο Τραμπ χάσει τις εκλογές, θα μπορούσε όμως να επηρεάσει τις εξελίξεις διαδοχής στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ στο ενδιάμεσο διάστημα μέχρι τον διορισμό του νέου προέδρου.

Οι ισορροπίες στο Ανώτατο Δικαστήριο

Πριν από τον θάνατο της φιλελεύθερης φεμινίστριας Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ, το Ανώτατο Δικαστήριο απαρτιζόταν από πέντε συντηρητικούς και τέσσερις φιλελεύθερους. Ωστόσο, ενώ ο αρχηγός του δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς είχε διοριστεί από τον Τζορτζ Μπους και θεωρείται μέλος του συντηρητικού μπλοκ του δικαστηρίου, έχει εκφραστεί με τον ίδιο τρόπο σε πολλές αποφάσεις με τους φιλελεύθερους συναδέλφους.

Εάν ο Τραμπ μπορούσε τώρα να τοποθετήσει έναν υποψήφιο «της αρεσκείας του» του στο Ανώτατο Δικαστήριο, αυτό θα έδινε στους συντηρητικούς μία πλειοψηφία 6-3. Αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστικό σε υποθέσεις που αφορούν κρίσιμα κοινωνικά θέματα όπως η άμβλωση, τα δικαιώματα των LGBTQ + και η μετανάστευση, προκαλώντας μια ιδεολογική μετατόπιση προς τα δεξιά του κορυφαίου δικαστηρίου των ΗΠΑ.

Πώς διαγράφεται μέχρι τώρα η κατάσταση;

Η Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ ήταν ιστορική φυσιογνωμία της νομικής ζωής των ΗΠΑ και δικαστής με φωνή υπέρ των αδυνάμων

Ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ήδη παρουσιάσει λίστα  20 προτιμώμενων υποψηφίων για τα έδρανα του Ανώτατου Δικαστηρίου. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο Νόελ Φρανσίσκο, ο οποίος έχει εκπροσωπήσει την κυβέρνηση Τραμπ ενώπιον του Δικαστηρίου σε 17 προσφυγές, αλλά και ο ελληνικής καταγωγής Γκρέγκορι Κάτσας (γεννημένος στη Βοστόνη), ο οποίος παρείχε νομικές συμβουλές στον πρόεδρο Τραμπ στην περίπτωση της άκρως αμφιλεγόμενης ταξιδιωτικής απαγόρευσης και εισόδου στις ΗΠΑ σε ανθρώπους που προέρχονταν από την πλειοψηφία των μουσουλμανικών χωρών.

Όταν ο Τραμπ ρωτήθηκε τον Αύγουστο, αν θα κινούσε διαδικασίες για κάλυψη πιθανής κενής θέσης στο Ανώτατο Δικαστήριο, εν μέσω προεκλογικής περιόδου, απάντησε: «Απολύτως, ναι θα το έκανα. Θα κινηθώ γρήγορα. Γιατί όχι; Θέλω να πω, θα το έκαναν και οι Δημοκρατικοί θα ήταν σε αυτή τη θέση». Μάλιστα, το Σάββατο ο Τραμπ κατέστησε σαφές ότι ήθελε να προχωρήσει στην πλήρωση της κενής δικαστικής θέσης «χωρίς καθυστέρηση».

Το προηγούμενο της θητείας Ομπάμα και ο ρόλος της Γερουσίας

Ο επικεφαλής της πλειοψηφίας στη Γερουσία, ο Ρεπουμπλικανός Μιτς Μακ Κόνελ, είχε ήδη επιβεβαιώσει την Παρασκευή το απόγευμα μετά το θάνατο της Γκίνσμπεργκ ότι σχεδίαζε να προχωρήσει γρήγορα στη διαδικασία διορισμού νέου δικαστή, μετά από πρόταση του προέδρου Τραμπ.

  • Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι το 2016, πριν τις προεδρικές εκλογές της εποχής, ενήργησε διαφορετικά, αρνούμενος επί ένα χρόνο υποψηφιότητα για πλήρωση θέσης στο Ανώτατο Δικαστήριο, την οποία είχε προτείνει ο τότε πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμπα. Τότε είχε δικαιολογήσει τη θέση του με το επιχείρημα ότι οι ψηφοφόροι χρησιμοποιούν την ψήφο τους στις προεδρικές εκλογές και για αποφασίσουν τι είδους δικαστές θέλουν στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Κατά παράδοση τη χρονιά των προεδρικών εκλογών η Γερουσία δεν αποφασίζει για διορισμούς ανώτατων δικαστικών. Βέβαια, ακόμη κι αν η υποψηφιότητα προταθεί, έπειτα θα πρέπει και η ίδια η Γερουσία να αποφασίσει. Στο πεδίο αυτό λοιπόν ο ΜακΚόνελ διαθέτει ένα ευρύ πεδίο εξουσίας.

Ο Τραμπ μπορεί βέβαια να προτείνει υποψηφίους, αλλά δεν αποφασίζει μόνος για τον διορισμό τους. Η διαδικασία στην Γερουσία είναι επίσης μακρά και πολύπλοκη. Αρχικά η η Επιτροπή Δικαστικών Υποθέσεων διεξάγει ακρόαση, στην οποία 11 Ρεπουμπλικάνοι και 9 Δημοκρατικοί Γερουσιαστές θέτουν ερωτήματα στους υποψηφίους.

Έπειτα το θέμα πηγαίνει στην Ολομέλεια μαζί με γνωμοδότηση της επιτροπής για κάθε υποψήφιο. Σε ειδική συνεδρίαση της Ολομέλειας, οι Γερουσιαστές καλούνται να ψηφίσουν επί των υποψηφίων. Στην τελική ψηφοφορία, μια απλή πλειοψηφία 51/100. Tη δεδομένη στιγμή στη Γερουσία βρίσκονται 53 Ρεπουμπλικάνοι, 45 Δημοκρατικοί και 2 ανεξάρτητοι Γερουσιαστές. Αν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας είναι 50-50, τότε η αποφασιστική ψήφος ανήκει στον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Μάικ Πενς  από τους Ρεπουμπλικανούς.

DW– Κάρλα Μπλέικερ, Ουάσιγκτον (Επιμέλεια: Δήμητρα Κυρανούδη)

Καμία δημοσίευση για προβολή