«Ρίσκο» οι παροχές και η 13η σύνταξη υποστηρίζει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο

«Οριακά επιτεύξιμο» θεωρεί το Δημοσιονομικό Συμβούλιο τον «δημοσιονομικό χώρο» για τις ως τώρα ψηφισμένες παροχές και τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019.

Στην Έκθεσή του που δημοσιεύθηκε λίγες ώρες μόλις μετά και την εξαγγελία από τον Πρωθυπουργό για ακύρωση της μείωσης του αφορολογήτου, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο εκτιμά πως με βάση τα στοιχεία Α’ τετραμήνου ο προϋπολογισμός κινείται ελαφρά άνω του στόχου αλλά, προσθέτει, σε αυτά δεν έχουν ακόμα καταγραφεί οι επιπτώσεις από τα δημοσιονομικά επεκτατικά μέτρα που ελήφθησαν τον Μάιο και αφορούν τη χορήγηση της λεγόμενης 13ης σύνταξης, τις αλλαγές στις συντάξεις χηρείας και τις μειώσεις ΦΠΑ σε διάφορες κατηγορίες προϊόντων.

Το Συμβούλιο διατυπώνει την γνώμη πως ο δημοσιονομικός στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ εφέτος είναι οριακά επιτεύξιμος, με την προϋπόθεση τα μέτρα να έχουν θετικές δυναμικές επιπτώσεις στην ιδιωτική κατανάλωση και, συνακόλουθα, στο σύνολο των φορολογικών εσόδων.

Και γενικότερα, για να κλείσει ομαλά η χρονιά, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο εκτιμά ότι θα πρέπει να συντρέξουν μια σειρά όρων και προϋποθέσεων ώστε να μην υπάρξει υστέρηση σε σχέση με τον δημοσιονομικό στόχο. Και συγκεκριμένα απαιτείται να υπάρξει:

α) Επιβεβαίωση των προβλέψεων για την αύξηση του ΑΕΠ και της απασχόλησης.

β) Να μην υπάρξει χαλάρωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και των φορολογικών ελέγχων, κίνδυνος ο οποίος ελλοχεύει λόγω προεκλογικής περιόδου. Ένα τέτοιο σενάριο ειδικά κατά την τουριστική περίοδο θα προκαλούσε σημαντικές απώλειες εσόδων.

γ) Αυστηρός έλεγχος των δημοσίων δαπανών ώστε να μην υπάρξουν υπερβάσεις.

δ) Να μην υπάρξει κάποια ισχυρή δημοσιονομική διαταραχή λόγω δικαστικών προσφυγών κατά εισοδηματικών περικοπών.

Στο σκέλος της Ανάπτυξης, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο θεωρεί πως εδραιώνεται πλέον η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, αφού καταγράφηκε το 2018 θετικός ρυθμός μεγέθυνσης +1,9% για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.

Περισσότερα σε λέξεις

Εκφράζεται ανησυχία όμως για την σημαντική κάμψη των πάγιων επενδύσεων κατά 12,2%, με δεδομένο ότι οι προοπτικές για διατηρήσιμη μεγέθυνση -περί το 2%- τα επόμενα χρόνια στηρίζονται στο σενάριο ισχυρής ετήσιας αύξησης των επενδύσεων άνω του 10%. Το ποσοστό των επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ υπολείπεται σημαντικά του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού μέσου όρου, σχολιάζει το Συμβούλιο, ενώ είναι χαμηλότερο και σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες που εξήλθαν από τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής.

Στα θετικά καταγράφεται και η διατήρηση της πτωτικής τάσης της ανεργίας, χωρίς να υπάρχουν μέχρι στιγμής ενδείξεις για οποιαδήποτε αρνητική επίπτωση στην αύξηση της απασχόλησης λόγω της αύξησης του κατώτατου μισθού και της παράλληλης κατάργησης της προϋπάρχουσας ηλικιακής διάκρισης για τους εργαζόμενους κάτω των 25 ετών. Ωστόσο το Συμβούλιο επισημαίνει εστίες αβεβαιότητας και στο εξωτερικό περιβάλλον, λόγω ενδεχόμενης επιβράδυνσης των ευρωπαϊκών οικονομιών.

Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τόσο τις ελληνικές εξαγωγές προϊόντων προς την Ευρώπη, όσο και τις τουριστικές εισπράξεις από τους Ευρωπαίους τουρίστες στην Ελλάδα. Ακόμη, εξακολουθεί να υπάρχει ο κίνδυνος γενικευμένης χρηματοπιστωτικής αστάθειας σε Ευρώπη στην περίπτωση «άτακτης εξόδου» του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Με δεδομένο ότι περίπου το 15% των τουριστικών εισπράξεων προέρχονται από πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου μία «άτακτη έξοδος» θα επηρέαζε αρνητικά το ελληνικό ισοζύγιο υπηρεσιών. Ενδεχόμενη κλιμάκωση των πολιτικών εμπορικού προστατευτισμού θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο διεθνές εμπόριο και στην παγκόσμια οικονομία γενικότερα, λειτουργώντας ως ανασχετικός παράγων για τις ελληνικές εξαγωγές.

Τέλος, η εξωτερική αβεβαιότητα τροφοδοτείται και μπορεί να ενταθεί από τις απρόβλεπτες επιπτώσεις των κρίσιμων γεωπολιτικών εξελίξεων στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου. Επισημαίνεται ειδικά η ένταση που αναπτύσσεται μεταξύ Τουρκίας και Κύπρου, σχετικά με το θέμα της Κυπριακής «Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης» (ΑΟΖ).

Σε ότι αφορά το εγχώριο περιβάλλον, το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων που υπάρχει στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα («κόκκινα δάνεια») μπορεί να επηρεάσει αρνητικά αφενός την κεφαλαιακή επάρκεια και την κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών και αφετέρου να περιορίσει τις τραπεζικές πιστώσεις προς τις ελληνικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Σε κάθε περίπτωση η επιτάχυνση της επίλυσης του ζητήματος μπορεί να δώσει ώθηση στις τραπεζικές πιστώσεις και κατά συνέπεια να ενισχύσει επενδύσεις και κατανάλωση.

Από το newsroom του economico.gr με τη συνεργασία του newmoney.gr (ρεπορτάζ Κωστή Πλάντζου)

Περισσότερα νέα, ρεπορτάζ και αναλύσεις:[home]