Σήμα κινδύνου για την οικονομία από Λιαργκόβα - Η υπερφορολόγηση εξαφανίζει τη μεσαία τάξη

Προ ημερών δόθηκε στη δημοσιότητα η έκθεση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος. Η έκθεση περιείχε διάφορα σήματα κινδύνου για την οικονομία, που δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα. Ο Παναγιώτης Λιαργκόβας  καθηγητής του Παν/μίου Πελοποννήσου και πρώην συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής σε άρθρο του, που δημοσιεύεται στο newmoney.gr, επισημαίνει ορισμένα κρίσιμα σημεία της έκθεσης της ΤτΕ.

 Ενα από αυτά είναι η ενδεχόμενη εφαρμογή των αποφάσεων του ΣτΕ που έκριναν αντισυνταγματικές προγενέστερες περικοπές των συντάξεων και την κατάργηση των δώρων των συνταξιούχων. Οπως αναφέρει η έκθεση, η πρόσθετη δαπάνη δρα επιβαρυντικά στην ανάλυση βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, καθώς οδηγεί στην αναθεώρηση προς τα πάνω της συνταξιοδοτικής δαπάνης και τροφοδοτεί με αβεβαιότητα τη δημοσιονομική πολιτική και την οικονομική βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Τυχόν καθολική εφαρμογή των αποφάσεων του ΣτΕ για τα αναδρομικά μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 13 δισ. ευρώ. Η κάλυψη του ποσού αυτού (ή μέρος αυτού) δεν είναι μια απλή διαδικασία. Εάν συνεχιστεί η τρέχουσα οικονομική πολιτική και για να μην εκτροχιαστούν οι μελλοντικοί προϋπολογισμοί, θα πρέπει άλλες κοινωνικές ομάδες να πληρώσουν τα αναδρομικά, ενδεχομένως μέσω νέων αυξήσεων στους φόρους. Ετσι όμως η πραγματική οικονομία θα επιδεινωθεί περισσότερο και η ελληνική κοινωνία θα συνεχίσει να είναι εγκλωβισμένη στον φαύλο κύκλο της ύφεσης.

Ενα δεύτερο σημαντικό στοιχείο της έκθεσης είναι η εκτίμηση για επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης για το 2019, από το 2,5% που ήταν στην προηγούμενη πρόβλεψη στο 1,9%. Μάλιστα και για το 2020 οι προβλέψεις της ΤτΕ είναι ότι το ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί ακόμη περισσότερο, στο 1,8%.

Ολες αυτές οι αναθεωρήσεις προς τα κάτω είναι ανησυχητικές και έρχονται να συμβαδίσουν με αντίστοιχες αναθεωρήσεις σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Το 2018 η ΕΚΤ και η Κομισιόν προέβλεπαν συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας της οικονομίας της Ευρωζώνης. Από τα τέλη του 2018, όμως, έχουν αναθεωρήσει τις σχετικές προβλέψεις προς το χειρότερο. Ετσι εκτιμούν ότι η οικονομία της Ευρωζώνης θα υποστεί μια απότομη επιβράδυνση με ρυθμό ανάπτυξης μόλις στο 1,1%.

Οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας, της οικονομικής ατμομηχανής της Ε.Ε., από 2% έχουν πέσει κάτω από 1% τους τελευταίους 12 μήνες. Αντίστοιχες εκτιμήσεις διαμορφώνονται τόσο για την αμερικανική οικονομία όσο και για την ασιατική. Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα; Λιγότερες εξαγωγές, λιγότερο τουρισμό, μικρότερο ΑΕΠ και μεγαλύτερες δυσκολίες αναχρηματοδότησης του ιδιωτικού και του δημόσιου χρέους. Δεν είναι όμως μόνο το εξωτερικό περιβάλλον που δημιουργεί ανησυχία στην επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων της κυβέρνησης. Είναι και το εσωτερικό. Εννέα μήνες μετά την έξοδο από το μνημόνιο, η υπερφορολόγηση και τα τεράστια πλεονάσματα εμποδίζουν την οικονομία να αναπνεύσει.

Για να επιτευχθούν τα τεράστια πρωτογενή πλεονάσματα η κυβέρνηση αφαιρεί πόρους από τη μεσαία τάξη οδηγώντας την σε σταδιακή εξαφάνισή. Αυτό, άλλωστε, δείχνουν τα τελευταία στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.

Μέσα σε μια τριετία οι φορολογούμενοι με εισόδημα πάνω από 20.000 ευρώ μειώθηκαν κατά 93.000. Οι φορολογούμενοι αυτοί που είναι κυρίως ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι και μέτοχοι εταιρειών αλλά και μισθωτοί και αγρότες δήλωσαν το 2018 εισοδήματα μειωμένα κατά 4 δισ. ευρώ συγκριτικά με το 2015, παρά την αύξηση του ΑΕΠ.

Η υπερφορολόγηση στην Ελλάδα αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής φτάνει μέχρι το 55% (συνυπολογίζοντας και την έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, η οποία ενσωματώθηκε στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος το 2016). Μαζί με την Αυστρία, η χώρα μας είναι πρωταθλήτρια στην υπερβολική φορολόγηση, με μία όμως διαφορά: το ύψος του εισοδήματος πάνω στο οποίο εφαρμόζεται ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής (55%) είναι τα 40.000 ευρώ, όταν στην Αυστρία το αντίστοιχο εισόδημα είναι στο 1 εκατ. ευρώ.

Το αποτέλεσμα όλων των εξωτερικών και εσωτερικών δυσμενών εξελίξεων είναι η πρόβλεψη για ανάπτυξη 1,9% φέτος. Είναι ικανοποιητική; Ασφαλώς όχι, όταν σκεφτεί κανείς ότι τα προηγούμενα δέκα χρόνια έπεσε σωρευτικά το ΑΕΠ κατά 25%. Η εμπειρία από άλλες χώρες δείχνει ότι εκτοξεύεται το ΑΕΠ μετά από μεγάλη ύφεση.

Ισχύει δηλαδή η θεωρία του ελατηρίου. Εδώ όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε, προφανώς εξαιτίας ενδογενών παραγόντων, δηλαδή παραγόντων που σχετίζονται με την ίδια την οικονομική πολιτική. Το παραγωγικό μοντέλο της χώρας εξακολουθεί να βασίζεται σε μέγιστο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση -και κυρίως στον τουρισμό- και οι όποιες προσδοκίες υπήρχαν για ενίσχυση των επενδύσεων έχουν διαψευστεί παταγωδώς.

ΠΗΓΗ: newmoney.gr