Αγγελική Σπανού

Τι κρύβεται πίσω από το τηλεφώνημα Μητσοτάκη-Ερντογάν. Η ένταση, ο ρόλος της Μέρκελ και η προοπτική της Χάγης

Της Αγγελικής Σπανού

Ο Αντώνης Σαμαράς είπε (ΤΑ ΝΕΑ) ότι “δεν μιλάμε με πειρατές” και η Ντόρα Μπακογιάννη τάχθηκε (Καθημερινή) εναντίον της ποδοσφαιροποίησης της πολιτικής ζωής, πέρα από τη Novartis υπάρχει και η Τουρκία. Δυο κορυφαίες προσωπικότητες του κυβερνώντος κόμματος εξέφρασαν πολύ γλαφυρά τις δύο σχολές σκέψεις που συγκρούονται άτυπα στο εσωτερικό της κυβέρνησης: Η μία απορρίπτει κάθε προσέγγιση με την Αγκυρα και η άλλη ζητά ανοιχτούς διαύλους.

Στο φόντο υπάρχουν τρία νέα δεδομένα:

  • Εχει διαμηνυθεί σε Αγκυρα και Αθήνα ότι δεν υπάρχει ισχυρό διεθνές ενδιαφέρον για εξόρυξη υδρογονανθράκων στο Αιγαίο γιατί οι εκτιμήσεις των πετρελαϊκών κολοσσών είναι ότι οικονομικά πρόκειται για απρόσφορη επένδυση. Το πετρέλαιο, άλλωστε, δεν είναι πια της μόδας καθώς η κλιματική αλλαγή επιβάλει άλλους κανόνες στην αγορά ενέργειας.
  • Η γερμανική προεδρία της ΕΕ που θα ξεκινήσει από 1ης Ιουλίου και θα διαρκέσει ένα εξάμηνο ενδιαφέρεται να “υπογράψει” την βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων που θα διευκολύνει και τη διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού. Φαίνεται, άλλωστε, πως η Μέρκελ έπαιξε ρόλο για να πραγματοποιηθεί το τηλεφώνημα Μητσοτάκη-Ερντογάν.
  • Το τουρκολιβυκό σύμφωνο δημιουργεί τετελεσμένα και δίνει αέρα στην Τουρκία να προχωρήσει σε γεωτρήσεις ανεξάρτητα από τη νομιμότητά τους. Τους τελευταίους μήνες υπάρχει ορατή κλιμάκωση των τουρκικών προκλήσεων σε αέρα και θάλασσα, ενώ η ρητορική της τουρκικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας παραπέμπει σε προετοιμασία θερμού επεισοδίου.

Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ της διπλωματίας γνωρίζουν πολύ καλά πως είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο να ξεκινήσει ελληνοτουρκικός διάλογος μετά από εμπλοκή, δηλαδή αναγκαστικά και υπό την πίεση των γεγονότων. Στο βάθος υπάρχει το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ή η διεθνής διαιτησία.

Κυοφορείται, λοιπόν, η ιδέα να ξεκινήσει ο διάλογος πριν φτάσουν τα πράγματα στα άκρα. Και επειδή έχει σημασία ποια πλευρά βρίσκεται σε θέση ισχύος πριν καθίσει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, έγινε η οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία και γίνονται διαβουλεύσεις με την Αίγυπτο προκειμένου να ισχυροποιηθεί η ελληνική διαπραγματευτική δυνατότητα.

Ολα δείχνουν, αντικειμενικά, ότι πλησιάζει η ώρα. Αλλά μπορεί και όχι. Γιατί η πόλωση στο εσωτερικό δεν ευνοεί την απαιτούμενη εθνική συνεννόηση. Γιατί ο Ρ.Τ.Ερντογάν είναι αλλοπρόσαλλος και δεν μπορεί κανείς να αναλύσει την στρατηγική του με όρους πολιτικού ορθολογισμού. Και γιατί ανεξάρτητα από το αν ο διάλογος θα οδηγούσε στη Χάγη ή σε διμερείς συμφωνίες, το πολιτικό ρίσκο θα ήταν μεγάλο για την κυβέρνηση.

Η σχολή της ακινησίας, δεν συζητάμε τίποτα για να διατηρηθεί το status quo που είναι υπέρ μας και αν πιεστούμε συζητάμε προσχηματικά, είναι πολύ ισχυρή στο εσωτερικό της ΝΔ. Μπορεί και περισσότερο απ όσο φαίνεται.