Κώστας Μποτόπουλος

Τα θεσμικά της οικονομίας: Η χώρα επιστρέφει  – αλλά οι συμπεριφορές μας δεν βοηθούν τα στοιχήματα της οικονομίας

Έξοδος 1: στις αγορές. Η τρίτη, και πιο δύσκολη, έξοδος της Ελλάδας στις αγορές μέσα στο «πέτρινο» 2020 απέδειξε το επίπεδο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία (και) εν μέσω πανδημίας. Δεν είναι τόσο το ποσό που αντλήθηκε (3 δις), ούτε το πολύ ικανοποιητικό επιτόκιο (1,57%), όσο η μεγάλη και χωρίς δεύτερες σκέψεις ζήτηση (ξεπέρασε κατά 5.5 φορές το ζητούμενο ποσό) και το γεγονός ότι η πανδημία, λόγω των επιδόσεων της χώρας μας, δεν φαίνεται να επηρεάζει τις αγορές.
Αν σκεφτεί κανείς ότι στην αντίστοιχη έξοδο του Ιανουαρίου, προ πανδημίας, αντλήθηκαν 2.5 δις με επιτόκιο 1,9%, τότε η ξεπροβάλει πιο εύγλωττα η εικόνα μιας χώρας όχι σε ανάρρωση αλλά σε επιστροφή.
Βέβαια τέτοιες εκδόσεις δεν είναι παρά μια δοκιμή των υδάτων ενόψει των πραγματικών βουτιών: αξιολογήσεις των διεθνών οίκων, υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, απορρόφηση και χρήση ευρωπαϊκών κονδυλίων, απώλειες και ανάκαμψη στο τέλους του έτους. Κι εδώ πάντως η ελληνική οικονομία ξεκινά από σχετικά καλές βάσεις: πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ δείχνει ότι η ύφεση μάλλον δεν θα είναι στα υψηλότερα σημεία που είχαν αναφερθεί και ότι, συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το «χτύπημα» θα είναι πιο διαχειρίσιμο. Η ανηφόρα πάντως είναι βέβαια και δεν επιτρέπει εφησυχασμό.

***

Έξοδος 2: στις παραλίες. Ο τρόπος αντιμετώπισης της «εκτός λοκντάουν ημι-κανονικότητας» μπορεί να μην είναι παράλογος ή απρόβλεπτος, δεν μοιάζει όμως να βοηθά τα στοιχήματα της χώρας και της οικονομίας. Υπάρχει μια διάχυτη στους πολίτες αίσθηση ότι «τέλειωσαν τα βάσανα», η οποία μας κάνει να διακινδυνεύουμε, ως χώρα, ίσως παραπάνω από ό,τι πρέπει. Πέρα από τα ζητήματα φιλότιμου και αισθητικής, τα τεκταινόμενα των τελευταίων ημερών και η αναμονή του (όποιου) τουριστικού κύματος από το δεύτερο μισό του Ιουνίου και ιδίως από τις αρχές Ιουλίου δεν μπορούν να αφήσουν –και δεν άφησαν- ασυγκίνητες ούτε τις δημόσιες αρχές αλλά ούτε και τις αγορές.

***

Έξοδος 3: από την ευφορία. Από υψηλά τριμήνου, την προηγούμενη εβδομάδα και στις αρχές της παρούσας, σε πορφυρό, αν όχι βαθύ, κόκκινο από αυτή την Τετάρτη: τα Χρηματιστήρια, διεθνώς και στη χώρα μας (απώλειες 4%), κάτι «μυρίστηκαν». Ο φόβος ενός δεύτερου επιδημικού κύματος, λόγω της αντίδρασης πολλών χωρών στα πρώτα μέρα χαλάρωσης, η δημοσίευση μιας σειράς προβλέψεων και αποτελεσμάτων, μάλλον πιο δυσμενών από ό,τι αναμενόταν, για τις περισσότερες οικονομίες, η αρχή συζήτησης για πρόβλημα κόκκινων δανείων και bad bank στην Ευρωπαϊκή Ένωση, άρκεσαν για να σπάσει ο κύκλος (η φούσκα;) της ευφορίας που είχε δημιουργηθεί στις χρηματαγορές τις τελευταίες εβδομάδες.
Ό,τι λέγαμε τότε, λέμε και τώρα: αυτές οι ενδείξεις δεν πρέπει να λαμβάνονται πολύ τοις μετρητοίς, οι χρηματαγορές, ιδίως μέσα στην πανδημία, έχουν τη δική τους «λογική», μια –πολύ πιθανή- διόρθωση θα έχει λιγότερη σημασία από την έκβαση δομικών και γεωπολιτικών εξελίξεων, στην πρώτη γραμμή των οποίων βρίσκονται η κατάσταση, και οι εκλογές, στις ΗΠΑ και η υλοποίηση του μεγάλου, και καινοφανούς, πακέτου που εξήγγειλε η Επιτροπή και που άρχισε, ήδη, να αναμετράται με τα εμπόδια της πραγματικότητας.

***

Έξοδος 4: από το Eurogroup. Η (ξαφνική;) απόφαση του Μάριο Σεντένο να αποχωρήσει από το τιμόνι του άτυπου αλλά νευραλγικού οργάνου πλοήγησης της Ευρωζώνης έχει πολλαπλή σημασία και επιπτώσεις. Ο συνδυασμός «σοσιαλιστή», «τεχνοκράτη», «νότιου» και σοβαρού (χωρίς εισαγωγικά), που ενσαρκωνόταν στο συγκεκριμένο πρόσωπο, είναι δύσκολο να ξαναβρεθεί. Ο ρόλος που έπαιξε ο Σεντένο, σε πολύ δύσκολες συνθήκες, και σε συνέχεια της θητείας του εντελώς διαφορετικού Ντάιζελμπλουμ, ήταν εξαιρετικά χρήσιμος και βοήθησε σε συγκλίσεις και εξομαλύνσεις.

Το ποιος θα τον διαδεχθεί έχει μεγάλη σημασία για την Ευρώπη, αλλά και για την Ελλάδα, εν όψει της –ελπιζόμενης- ανάκαμψης και της –δύσκολης- διαπραγμάτευσης του αναπτυξιακού «πακέτου». Πάντως η Ισπανίδα Νάντια Καλβίνιο, που έχει κάποια από τα τυπικά χαρακτηριστικά του απερχόμενου Προέδρου, και που δικαίως, λόγω χώρας, φύλου και στιλ, έχει την προτίμηση μας, είναι εντελώς διαφορετικής πάστας άνθρωπος.

 

Κώστας Μποτόπουλος