Το «κυνήγι μαγισσών» από το μεσαίωνα στον Μακαρθισμό – Η “μαγεία” και οι πολιτικές διώξεις στις ΗΠΑ

  • Από το κυνήγι μαγισσών του 16ου-17ου αιώνα, κυρίως λόγω της αντιμεταρρυθμιστικής δραστηριότητας συντηρητικών καθολικών κύκλων, στις δίκες της αποικιοκρατίας στην Αμερική και τη «Μαύρη Λίστα» του Μακαρθισμού

Το βιβλίο για το διωγμό των μαγισσών

Το Malleus Maleficarum, που σημαίνει «Σφύρα Κακοποιών» ή «Σφυρί Μαγισσών», είναι η πιο γνωστή και σημαντική πραγματεία για τον διωγμό των μαγισσών, που προήλθε από την υστερία κατά αυτών στη διάρκεια της Αναγέννησης. Αποτελεί ένα περιεκτικό εγχειρίδιο, το οποίο εκδίδεται για πρώτη φορά στην Γερμανία το 1487 και γνωρίζει  επανειλημμένες επανεκδόσεις σε όλη την Ευρώπη. Έπαιξε βασικό ρόλο στις δίκες μαγισσών στην Ευρώπη για πάνω από 200 χρόνια, καθώς η διάρκεια της υστερίας του κυνηγιού τους, έφτασε στο αποκορύφωμά της από τα μέσα του 16ου έως τα μέσα του 17ου αιώνα.

Το έργο αυτό συντάχθηκε από δύο Δομινικανούς μοναχούς-ιεροεξεταστές, τον Χάινριχ Κράμερ και τον Γιάκομπ Σπρένγκερ, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι είχαν εξουσιοδοτηθεί από τον Πάπα Ιννοκέντιο Η΄ να ασκήσουν διώξεις κατά των μαγισσών σε όλη τη Γερμανία, μέσω ενός παπικού διατάγματος.

Το Malleus Maleficarum

Αυτό όμως το διάταγμα είχε εκδοθεί πριν τη συγγραφή του βιβλίου και πριν γίνουν γνωστές οι σχεδιαζόμενες μέθοδοι τους. Για την ιστορία, οι  Κράμερ και Σπρένγκερ υπέβαλλαν το Malleus Maleficarum και στην Σχολή Θεολογίας του Πανεπιστημίου της Κολωνίας το 1487, ελπίζοντας ότι θα εγκριθεί. Αντ’ αυτού, ο κλήρος και το Πανεπιστήμιο το καταδίκασαν ως παράνομο και αντιδεοντολογικό. Οι επιδράσεις του Malleus Maleficarum εξαπλώθηκαν πολύ πέρα από τη Γερμανία, επηρεάζοντας την Γαλλία, την Ιταλία και την Αγγλία.

Κλασσικό Ρωμαιοκαθολικό κείμενο για τη μαγεία

Αξίζει να σημειώσουμε ότι παρ’ όλη την δημοφιλή αντίληψη ότι το Malleus Maleficarum ήταν το κλασσικό Ρωμαιοκαθολικό κείμενο για τη μαγεία, δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ επίσημα από την Καθολική Εκκλησία και μάλιστα καταδικάστηκε από την Ιερά Εξέταση το 1490.

Το κυνήγι των μαγισσών, οι γυναίκες με τα κόκκινα μαλλιά που ρίχνονταν στην πυρά, ήταν κυρίως προτεσταντικό όπλο, ενώ η καθολική εκκλησία της Ρώμης και ο Ισπανός μοναχός Θωμάς Τορκενάδα, ήταν απασχολημένοι με την Ιερά εξέταση που έκαιγε στην πυρά κυρίως τους αιρετικούς

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: Το πρώτο μέρος αποσκοπεί στο να αποδείξει ότι υφίσταται η μαγική τέχνη ή η μαγγανεία. Ένα μέρος αυτής της ενότητας εξηγεί γιατί οι γυναίκες, λόγω της πιο αδύναμης φύσης και της κατώτερης νοημοσύνης τους, υποτίθεται ότι είναι από τη φύση τους πιο επιρρεπείς στις παγίδες του Διαβόλου απ’ ό,τι οι άνδρες.

Το δεύτερο μέρος, περιγράφει τις μορφές της μαγικής τέχνης καθαυτές. Αυτή η ενότητα εκθέτει λεπτομερώς πώς οι μάγισσες δένουν με μάγια και τους τρόπους με τους οποίους αυτές οι πράξεις μπορούν να προληφθούν ή να θεραπευθούν ενώ το τρίτο μέρος περιγράφει με λεπτομέρεια τις μεθόδους για τον εντοπισμό, τις δοκιμασίες και την καταδίκη ή την εξόντωση μαγισσών. Τα βασανιστήρια για τον εντοπισμό των μαγισσών θεωρούνται αυτονόητα_ αν η κατηγορούμενη δεν ομολογούσε με τη θέλησή της την ενοχή της, θα έπρεπε να βασανιστεί ώστε τελικά να ομολογήσει.

Το κυνήγι μαγισσών

Το κυνήγι μαγισσών ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο τον 16ο-17ο αιώνα κυρίως λόγω της αντιμεταρρυθμιστικής δραστηριότητας συντηρητικών καθολικών κύκλων. Μια άλλη εκδοχή τονίζει την διάδοση βιβλίων μαύρης μαγείας και αποκρυφισμού: χαρακτηριστικά τη δεκαετία του 1560 στη Γερμανία τυπώθηκαν 100.000 βιβλία ανάλογου περιεχομένου. Μία τελευταία θεωρία αναφέρει, ότι λόγω της εξαιρετικά φτωχής σοδειάς που απέδωσαν οι καλλιέργειες και των ακραίων καιρικών συνθηκών την εποχή εκείνη, κατηγορήθηκαν οι μάγισσες.  Ποιες γυναίκες όμως κυρίως κατηγορούνταν;

Αυτές, οι οποίες ήξεραν τη διαδικασία του τοκετού και που βοηθούσαν τις κοπέλες να γεννούν με ανώδυνο τρόπο. Επίσης, όσες ήξεραν για τις θεραπευτικές ή καταπραϋντικές ιδιότητες κάποιων βοτάνων, όπως το φασκόμηλο, το τσάι και το χαμομήλι. Όταν βοηθούσαν κάποιον με αυτές τις γνώσεις, μπορούσαν να γίνουν κατευθείαν στόχαστρο για την κατηγορία εξάσκησης της μαγείας.

Η κοινή γνώμη έλεγε πως ο Διάβολος μπορούσε να έρθει επίσης με τη μορφή ζώου, ώστε να βοηθήσει ένα άτομο, το οποίο είχε συνάψει συμφωνία μαζί του και είχε πρόβλημα. Έτσι, όταν κάποιος τύγχανε να του αρέσουν τα ζώα και τα χάιδευε σε κοινή θέα, ή πόσο μάλλον είχε κάποιο ως κατοικίδιο, τότε τα δάχτυλα των γειτόνων μπορούσαν να τον καταδείξουν. Ιδιαίτερα αντιπαθείς ήταν οι γάτες, οι οποίες —από τους Κέλτες ακόμα— θεωρούνταν πως είχαν σχέση με τον άλλο κόσμο. Οτιδήποτε μπορούσε να κάνει κάποιον ιδιαίτερο, ήταν σημάδι του Διαβόλου. Συνεπώς και οι αριστερόχειρες δεν μπορούσαν να τη γλιτώσουν από αυτό.

“Στα αριστερά του Θεού βρίσκεται το κακό”

Σύμφωνα με τους θρησκευτικούς ηγέτες και δικαστές ήταν ότι, κατά Ματθαίον, στα αριστερά του Θεού βρίσκεται το κακό, γι’ αυτό και η χρήση του αριστερού χεριού ταυτίστηκε με κάποιου είδους δαιμονισμού και εξάσκησης μαγείας. Επίσης το παραλήρημα, εκείνη την εποχή, δεν ήταν καθόλου αποδεκτό ή ήταν σημάδι ψυχικής ασθένειας. Εάν κάποιος έβλεπε ένα άτομο να μιλάει στον εαυτό του, θα θεωρούσε ότι του κάνει κάποιο ξόρκι ή ότι μιλούσε με κάποιο κακό πνεύμα. Η φτώχεια και η εξάρτηση από δωρεές γειτόνων δεν ήταν κι’ αυτές αποδεκτές. Πίσω από κάθε καλή πράξη βρισκόταν το χέρι του κακού, κι έτσι κανένας δεν ήθελε να βοηθάει, ούτε να συμπονά. Το να δίνουν βοήθεια σε άπορους, οπότε, ήταν κάτι πολύ ενοχλητικό και σημάδι μαύρης μαγείας.

Είναι δύσκολο να υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός των γυναικών που εκτελέστηκαν στην Ευρώπη με την κατηγορία της μαγείας από τον 15ο μέχρι και τον 18ο αιώνα. Είναι πιθανό πως ήταν εκατοντάδες χιλιάδες σε μια εποχή που ο πληθυσμός της Ευρώπης ήταν μικρότερος απ’ ό,τι είναι σήμερα.

Στην Αγγλία περίπου το ένα τέταρτο όλων των ποινικών δικών από τις αρχές του 16ου ως τα τέλη του 17ου αιώνα ήταν δίκες μαγισσών. Οι περισσότερες από τις γυναίκες που κατηγορούνταν, τελικά εκτελέστηκαν. Η διαδικασία της δίκης δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο νόημα καθώς οι κατηγορίες αποσύρθηκαν για ελάχιστες γυναίκες. Οι δίκες και οι εκτελέσεις –δι’ απαγχονισμού ή στην πυρά- ήταν δημόσιες εκδηλώσεις. Η παρακολούθησή τους ήταν υποχρεωτική για όλη την κοινότητα όπως και για τις οικογένειες των μαγισσών που δολοφονούνταν. Οι κυνηγοί μαγισσών κατέφθαναν στην πόλη μαζί με γιατρούς, διοικητικούς υπαλλήλους, μέλη του κλήρου και δήμιους. Όλο το χωριό ήταν υποχρεωμένο να παρίσταται στην κεντρική πλατεία για μια δίκη-θέαμα, ένα μεγάλο γεγονός με αποκορύφωμα την εκτέλεση.

Η δίκη στο Σάλεμ

δίκη των μαγισσών του Σάλεμ είναι ένα περιβόητο περιστατικό της αποικιακής ιστορίας των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο οδήγησε στην καταδίκη και εκτέλεση κατοίκων του χωριού Σάλεμ στη Μασαχουσέτη το 1692, με την κατηγορία της μαγείας. Αποτελεί μια νοητή «συνέχεια» των κυνηγιών μαγισσών της μεσαιωνικής Ευρώπης, ως προτεσταντική διωκτική παράδοση και το περιστατικό αυτό έχει χρησιμοποιηθεί έκτοτε ως γλαφυρό παράδειγμα, σε τομείς όπως η πολιτική και η λογοτεχνία.

Το χειμώνα του 1692, 200 περίπου χρόνια μετά την έκδοση του Malleus Maleficarum, η Ελίζαμπεθ Πάρις , 9 ετών, και η Άμπιγκεϊλ Ουίλιαμς, 11 ετών, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργα συμπτώματα, τα οποία κανείς γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει, μέχρι που ένας εξ αυτών, o Γουίλιαμ Γκριγκς, απεφάνθη ότι τα κορίτσια ήταν δαιμονισμένα. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν κραυγές, βλασφημίες, σπασμούς, μυστήριες επικλήσεις και κατάσταση έκστασης και σύντομα παρατηρήθηκαν και σε άλλα κορίτσια της πόλης.

Έτσι ο αιδεσιμότατος Σάμιουελ Πάρις, πατέρας της Μπέτι, ζήτησε βοήθεια και από γειτονικές πόλεις, ενώ και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια να κατονομάσουν τους ανθρώπους που καταπιάνονταν με «έργα του Διαβόλου». Ο αιδεσιμότατος Πάρις υποψιάστηκε την Τιτούμπαινδιάνα σκλάβα που είχε γεννηθεί στη Νότια Αμερική και είχε φέρει μαζί της από τα νησιά Μπαρμπάντος[, γνώστρια της μαγικής λατρείας της Καραϊβικής.

Η μανία καταδίωξης στο Σάλεμ

Τα κορίτσια του χωριού επισκέπτονταν συχνά την Τιτούμπα για να τους πει το μέλλον ή να τη συμβουλευτούν για ό,τι άλλο τις ενδιέφερε, γνωρίζοντας όμως πως αυτό απαγορευόταν αυστηρά τότε, καθώς στο πουριτανικό περιβάλλον όπου ζούσαν, οποιαδήποτε θρησκευτική εκδήλωση πέραν του καθιερωμένου, θεωρούνταν μαγεία.  Από εκεί και πέρα θα ξεκινήσει μια μανία καταδίωξης στο Σάλεμ εναντίον πιθανών ατόμων που ασχολούνταν με τη μαγεία. Οι πρώτες γυναίκες, μεταξύ πολλών, για τις οποίες βγήκε ένταλμα σύλληψης στις 29 Φεβρουαρίου 1692, ήταν η Τιτούμπα, η Σάρα Γκουντ και η Σάρα Όσμπορν.

Η κατοικία του Τζόναθαν Κόργουιν δικαστή των μαγισσών στο Σάλεμ, όπως είναι σήμερα

Η Τιτούμπα, αν και ήταν η πρώτη που ομολόγησε, δεν εκτελέστηκε ως «μισητή μάγισσα», αλλά παρέμεινε στη φυλακή για δεκατρείς μήνες. Τελικά αποφυλακίστηκε, όταν ένα άγνωστο πρόσωπο πλήρωσε το αντίτιμο για την αποφυλάκισή της και την πήρε μακριά από το χωριό.

Η Σάρα Γκουντ, ήταν επαίτης, κόρη ενός Γάλλου ξενοδόχου, που αυτοκτόνησε όταν η ίδια ήταν έφηβη ακόμα. Αρνούνταν συνεχώς την ενοχή της, ενώ ο αιδεσιμότατος Νίκολας Νόις την πίεζε να ομολογήσει, δηλώνοντας ότι ήταν πράγματι μια μάγισσα. Τα τελευταία λόγια της Σάρα Γκουντ ,κατά τραγική ειρωνεία, προέβλεψαν το θάνατό του: «Όσο είμαι εγώ μάγισσα, άλλο τόσο είσαι μάγος κι εσύ. Αν μου πάρεις τη ζωή, ο Θεός να δώσει να πιεις αίμα». 25 χρόνια αργότερα, ο αιδεσιμότατος λέγεται ότι πέθανε από εσωτερική αιμορραγία, καθώς πνίγηκε στο ίδιο του το αίμα.

Τέλος, η  Σάρα Όσμπορν, η τρίτη  γυναίκα,  ήταν μία κατάκοιτη ηλικιωμένη, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εκκλησιαζόταν και είχε νομικές αντιμαχίες με κατοίκους του χωριού.  Οι δίκες σταμάτησαν στις 3 Οκτωβρίου του 1692, με απόφαση του κυβερνήτη της Μασαχουσέτης, μετά από έφεση ομάδας κληρικών από τη Βοστόνη. Ωστόσο, όσοι είχαν ήδη φυλακιστεί δεν αφέθηκαν ελεύθεροι πριν από την επόμενη άνοιξη του 1693.

«Μακαρθισμός» ή το «κυνήγι μαγισσών»

Ως «Μακαρθισμός» ή «κυνήγι μαγισσών» έχει καθιερωθεί, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α., η πολιτικά κατευθυνόμενη μέθοδος που αφορά τη μαζική απαγγελία κατηγοριών για ανυπακοή και προδοσία χωρίς να συνοδεύεται όμως από ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο όρος αυτός περιγράφει κυρίως συστηματικές ενέργειες στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά την περίοδο του “Ερυθρού Τρόμου”  που διήρκεσε από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 ως τα τέλη της δεκαετίας του 1950.

Ο Γερουσιαστής Τζόζεφ Μακάρθυ

Στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, υπήρξε έντονος ο φόβος για πιθανή κομμουνιστική επιρροή αμερικανικών ιδρυμάτων και οργανισμών μέσω σοβιετικών πρακτόρων. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα Μακαρθισμού ήταν οι ομιλίες, οι έρευνες και οι ακροάσεις του γερουσιαστή Μακάρθυ, η «Μαύρη Λίστα» του Χόλυγουντ και οι διάφορες “αντικομμουνιστικές” δραστηριότητες του FBI.  Η αρχή της «Μαύρης Λίστας»  έγινε στις 25 Νοεμβρίου 1947 με την απόλυση των Δέκα.

Η απόλυση των Δέκα

Πρόκειται για δέκα σεναριογράφους και σκηνοθέτες που την προηγουμένη είχαν κατηγορηθεί για «περιφρόνηση προς το Κογκρέσο», διότι αρνούνταν να καταθέσουν ενώπιον της Επιτροπής, με το επιχείρημα ότι δεν έχουν να δώσουν εξηγήσεις για τις προσωπικές πολιτικές επιλογές τους.  Η ομάδα περιελάμβανε αρχικά και ενδέκατο, το συγγραφέα και ποιητή Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο οποίος όμως είχε παρουσιαστεί στην Επιτροπή στις 30 Οκτωβρίου και την επομένη επέστρεψε για πάντα στην Ευρώπη.

Μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’50 η λίστα εμπλουτιζόταν διαρκώς με ονόματα σεναριογράφων, σκηνοθετών, ηθοποιών, μουσικών, συγγραφέων, ακόμα και τεχνικών, των οποίων τα πολιτικά φρονήματα θεωρούνταν επικίνδυνα ή αμφισβητούμενα. Ο Ουώλτ Ντίσνεϋ προειδοποιούσε για τη «σοβαρή απειλή» και κατέδιδε ως κομμουνιστές όλους τους συνδικαλιστές των εταιρειών του. Γνωστό είναι το παράδειγμα του Ελία Καζάν επίσης που κατονόμασε το Ζυλ Ντασέν, ώστε να μη μπει στη λίστα ο ίδιος, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να εγκαταλείψει τη χώρα. Όταν, δεκαετίες αργότερα, ο Καζάν θα παραλάμβανε τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στον κινηματογράφο, πολλοί συνάδελφοί του αποχώρησαν από την αίθουσα σε ένδειξη αποδοκιμασίας.

Το 1953, ο Άρθουρ Μίλερ, ανέβασε στο Μπρόντγουεϊ το θεατρικό έργο «The Crucible», κερδίζοντας το βραβείο Tony. Το έργο ήταν βασισμένο στις δίκες των μαγισσών του Σάλεμ σε συσχέτιση με την υπόθεση Μακάρθυ. Στόχο είχε να καταγγείλει την αντικομουνιστική υστερία που επικρατούσε στις ΗΠΑ και που οδήγησε στην φυσική και ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.

Το πρώτο ρήγμα ωστόσο στον αποκλεισμό των καλλιτεχνών της «Μαύρης Λίστας»  ήλθε από το χώρο της τηλεόρασης και από τον ίδιο τον Άλφρεντ Χίτσκοκ το 1957. Ο σκηνοθέτης προσέλαβε τον προγραμμένο ηθοποιό Νόρμαν Λόιντ ως συμπαραγωγό για τον τρίτο κύκλο της σειράς «Ο Χίτσκοκ παρουσιάζει». ’Εκτοτε ακολούθησαν διάφορες ακόμα μεμονωμένες περιπτώσεις σε τηλεοπτικές παραγωγές.

Η υπόθεση Μακάρθυ παρέμεινε το πιο γνωστό «κυνήγι μαγισσών» του 20ου αιώνα στις Η.Π.Α. . Εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι ακολουθήθηκαν αντισυνταγματικές διαδικασίες και καταπατήσεις πολιτικών ελευθεριών.

Ο ΙΣΠΑΝΟΣ

 

Ας δούμε και ας θυμηθούμε:

«The Crucible» (Οι Μάγισσες του Σάλεμ), Trailer:  Αμερικανική ταινία του 1996, σε σκηνοθεσία Ν.Χάιτνερ με τους Ντάνιελ Ντέι ΛιούιςΓουινόνα ΡάιντερΤζόαν Άλεν και Πολ Σκόφιλντ https://www.youtube.com/watch?v=sUPpP2khS9g&t=24s

Ας δούμε και ας θυμηθούμε:

The «Way We Were», (Τα καλύτερά μας χρόνια), Trailer: Αμερικανική ταινία του 1973, σε σκηνοθεσία του Σίντνεϊ Πόλακ, με τους  Μπάρμπρα Στράιζαντ και  Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Το φιλμ αυτό προτάθηκε για 6 βραβεία Όσκαρ (μεταξύ των οποίων και Α’ γυναικείου ρόλου για τη Στρέιζαντ) και απέσπασε δύο. Ένα μέρος του εξελίσσεται την περίοδο της «Μαύρης Λίστας» του Χόλυγουντ https://www.youtube.com/watch?v=CKvBvWb0Wzg

 

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Καμία δημοσίευση για προβολή