Το πλεόνασμα στηρίζεται σε διαφορετική μεθοδολογία υπολογισμού από αυτή των δανειστών

Τη διατάραξη της δημοσιονομικής ισορροπίας επισημαίνει με έκθεσή του το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή στην έκθεσή του για το 4ο τρίμηνο εκφράζει φόβους ότι, ενόψει των πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων, η όξυνση του πολιτικού ανταγωνισμού ενδέχεται να προκαλέσει πλειοδοσία εξαγγελιών με σημαντικό κόστος που μπορεί να διαταράξει τη δημοσιονομική ισορροπία.

Επισημαίνεται επίσης ότι, εφόσον υπάρξουν τελεσίδικες αποφάσεις που θα κρίνουν αντισυνταγματικές τις μνημονιακές περικοπές συντάξεων και την κατάργηση των Δώρων στο Δημόσιο, το δημοσιονομικό κόστος θα είναι πολύ μεγάλο και ολόκληρο το ποσό θα επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό του έτους κατά το οποίο το Δημόσιο με απόφασή του θα αναγνωρίσει τη δαπάνη. Δηλαδή, ακόμα και αν τα χρήματα επιστραφούν τμηματικά στους δικαιούχους σε βάθος μερικών ετών, η επιβάρυνση για τον προϋπολογισμό θα είναι εφάπαξ.

Πέρα από τις δικαστικές αποφάσεις, σημαντικές εστίες αβεβαιότητες αποτελούν, σύμφωνα με την έκθεση:

1. Η επιστροφή των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης. Η εκταμίευση των χρημάτων εξαρτάται από την επιτυχή ολοκλήρωση της δεύτερης μεταμνημονιακής αξιολόγησης. Πιθανή καθυστέρηση θα στερήσει περίπου 1 δισ. ευρώ από τον προϋπολογισμό, θα αποτελέσει αρνητικό μήνυμα προς τις αγορές και θα αναβάλει την εφαρμογή κρίσιμων μεταρρυθμίσεων.

2. Η ταχύτερη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και η διαμόρφωση του τελικού διάδοχου πλαισίου του νόμου Κατσέλη για την προστασία της πρώτης κατοικίας.

3. Η εφαρμογή του νέου πλαισίου δημοσιονομικής διαχείρισης, που απαιτεί επαρκές και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικά στις οικονομικές υπηρεσίες του Δημοσίου.

4. Η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, το Brexit και άλλες πιθανές αρνητικές εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία.

Για τον κατώτατο μισθό

Η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού σχολιάζει θετικά την αύξηση του κατώτατου μισθού, υποστηρίζοντας ότι το μέτρο αφορά κυρίως κλάδους που απευθύνονται στην εγχώρια ζήτηση και λιγότερο εξαγωγικούς κλάδους, επομένως δεν θα έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση.

Για το πρωτογενές πλεόνασμα

Όσον αφορά στην εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2018, η έκθεση εκτιμά ότι η περυσινή χρονιά έκλεισε με πρωτογενές πλεόνασμα μεγαλύτερο κατά 700 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2017. Η εκτίμηση αυτή επισημαίνεται, όμως, ότι στηρίζεται στη μεθοδολογία του Γραφείου Προϋπολογισμού, που διαφέρει από εκείνες των δανειστών και της Eurostat.

Από το newsroom του economico.gr

Περισσότερα νέα, ρεπορτάζ και αναλύσεις:ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ