Βιώσιμη η μετάβαση σε μία κλιματικά ουδέτερη οικονομία υποστηρίζει ο Γ. Στουρνάρας

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στην παρουσίαση του Εθνικού Σχεδίου για το Κλίμα και την Ενέργεια (ΕΣΕΚ) υπογράμμισε το κόστος της κλιματικής αλλαγής προβλέπεται ιδιαίτερα υψηλό, εάν δεν μετριαστεί το φαινόμενο.

Ο ίδιος μάλιστα πρόσθεσε ότι είναι άμεση η ανάγκη για δραστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, εξοικονόμηση ενέργειας, βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές (ΑΠΕ).

Ο μετασχηματισμός του παραγωγικού προτύπου τομέων της οικονομίας, όπως ο ενεργειακός, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τη βάση για την αειφόρο ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τόνισε ο κ. Στουρνάρας στο πλαίσιο των εθνικών και των ευρωπαϊκών πολιτικών αλλά και των στόχων της βιώσιμης ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών.

«Η μέχρι σήμερα έρευνα δείχνει πως το κόστος της κλιματικής αλλαγής προβλέπεται ιδιαίτερα υψηλό, εάν δεν μετριαστεί το φαινόμενο. Η δραστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η εξοικονόμηση ενέργειας, η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και η στροφή προς τις ΑΠΕ είναι επείγουσες επιλογές» υπογράμμισε ο κ. Στουρνάρας

Συνέχισε μάλιστα τονίζοντας ότι ο μετασχηματισμός του παραγωγικού προτύπου τομέων της οικονομίας, όπως ο ενεργειακός, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τη βάση για την αειφόρο ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, στο πλαίσιο των εθνικών και των ευρωπαϊκών πολιτικών αλλά και των στόχων της βιώσιμης ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών.

«Η μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία, προστατεύοντας το περιβάλλον και συμβάλλοντας στο μετριασμό του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής, είναι πλέον τεχνικά εφικτή και οικονομικά βιώσιμη. Με την προσεκτική και έγκαιρη μετάβαση θα προκύψουν ευκαιρίες που συνδέονται με τη δημιουργία νέων ανανεώσιμων ενεργειακών και καινοτόμων προϊόντων, με επενδύσεις στην ενεργειακή αποδοτικότητα και την εξοικονόμηση ενέργειας, με νέες υποδομές και με νέες θέσεις εργασίας» είπε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα το Εθνικό Σχέδιο για το Κλίμα και την Ενέργεια καθορίζει φιλόδοξους εθνικούς στόχους έως το 2030 και προετοιμάζει τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία έως το 2050 ενώ «δρομολογεί παράλληλα την απολιγνιτοποίηση του τομέα της ηλεκτροπαραγωγής και προδιαγράφει το ριζικό μετασχηματισμό του ενεργειακού τομέα, με παράλληλο στόχο το σχεδιασμό των κοινωνικά, περιβαλλοντικά και οικονομικά αποδοτικότερων πολιτικών που θα συντελέσουν στην επίτευξη μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων ενεργειακών και κλιματικών στόχων».