Κρίση στη Μέση Ανατολή: Πώς η Γάζα επιδρά στις σχέσεις Αθήνας και Τουρκίας, ποιες οι παρενέργειες

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η επίδραση της στις σχέσεις Ελλάδας -Τουρκίας

Όπως είναι παγκοίνως γνωστό, από την ώρα που άρχισε η νέα μείζονα κρίση στη Μέση Ανατολή, Ελλάδα και Τουρκία έλαβαν διαμετρικά αντίθετες θέσεις για το θέμα: η Αθήνα ξεκαθάρισε εξαρχής ότι το Ισραήλ έχει αναφαίρετο δικαίωμα αυτοάμυνας, ότι θα πρέπει να υπάρξει ειδική μέριμνα για την προστασία των αμάχων και ότι η μόνη οριστική λύση το μεσανατολικού περνά από τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών.

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία και ο πρόεδρός της, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εξαπέλυσαν επίθεση κατά του Ισραήλ για την επιχείρηση στη Λωρίδα της Γάζας, εξέφρασαν στήριξη στη Χαμάς (ο Ερντογάν χαρακτήρισε του μαχητές της ως “μουτζαχεντίν”, μαχητές της πίστης) και επιτέθηκαν στη Δύση για την υποστήριξη που παρέχει στο Ισραήλ (το economico.gr έχει ενδελεχώς αναλύσει τις πραγματικές προθέσεις του Τούρκου προέδρου).

Τα ελληνοτουρκικά

Πώς όμως αυτές οι διαμετρικά αντίθετες απόψεις μπορούν να επηρεάσουν τον ελληνοτουρκικό διάλογο; Σε ανάλυσή του στην Deutsche Welle, o δρ. Ρόναλντ Μαϊνάρντους, πολιτικός αναλυτής και κύριος ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ, σημειώνει ότι ο κύριος στόχος της έντονης διπλωματίας της Ουάσινγκτον αυτές τις μέρες είναι η αποτροπή της εξάπλωσης του πολέμου στη Γάζα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα και η Τουρκία συμφωνούν με αυτόν τον στόχο.

Ωστόσο, θεμελιώδεις στρατηγικές διαφορές χωρίζουν Αθήνα και Άγκυρα όσον αφορά την πολιτική στη Μέση Ανατολή. Φυσικά, και οι δύο κυβερνήσεις συμφωνούν ότι η λύση των δύο κρατών πρέπει να παραμένει ο στόχος για την Παλαιστίνη. Ωστόσο, το αίτημα αυτό είναι πλέον εξίσου μη ρεαλιστικό, όσο η ιδέα ότι το Ισραήλ θα εγκαταλείψει τα κατεχόμενα εδάφη. Κατά τα άλλα, Αθήνα και Άγκυρα βρίσκονται σε διαφορετικά στρατόπεδα στο ζήτημα των Παλαιστινίων, το οποίο διχάζει ολοένα και περισσότερο τον κόσμο.

Σταθερός οδικός χάρτης

Ο Ερντογάν με τη φιλική προς τη Χαμάς ρητορική του, μετατρέπει τον εαυτό σε ηγέτη του αντι-ισραηλινού μετώπου. Η ελληνική κυβέρνηση στέκεται σταθερά στο πλευρό του Ισραήλ. Ένα ερώτημα που τίθεται αυτές τις μέρες, ειδικά στην Ελλάδα, είναι: τι επιπτώσεις έχει ο πόλεμος στη Γάζα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Η θετική απάντηση – που ίσως εκπλήσσει εκ πρώτης όψεως – είναι ότι ο πόλεμος δεν έχει ακόμη επηρεάσει αρνητικά τις διμερείς σχέσεις. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτό θα παραμείνει έτσι.

Ο “οδικός χάρτης” που συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, ο οποίος αναμένεται να κορυφωθεί με μια νέα συνάντηση κορυφής μεταξύ Ερντογάν και Μητσοτάκη στις αρχές Δεκεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, προχωρά ομαλά. Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης εξήρε το “εξαιρετικά παραγωγικό κλίμα” των σχέσεων σε πρόσφατη συνέντευξη. Εξίσου θετικοί είναι Τούρκοι διπλωμάτες για το θέμα.

Μεταβλητότητα

Όλα δείχνουν ότι Αθήνα και Άγκυρα ενδιαφέρονται να προφυλάξουν τη διμερή προσέγγιση από την αναταραχή του πολέμου στη γειτονιά τους. Το αν αυτή η προσπάθεια θα έχει διάρκεια εξαρτάται από διάφορους παράγοντες – και σε μεγάλο βαθμό από τη στάση του Τούρκου προέδρου. Το παρελθόν μας διδάσκει ότι ο Ερντογάν είναι ικανός να προβεί σε ριζικές πολιτικές αλλαγές σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Έχουμε δει αυτή την μεταβλητότητα και στην πολιτική της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα. Ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρούνταν “persona non grata” για τον Τούρκο πρόεδρο πριν από λίγο καιρό, το “Μητσοτάκης γιοκ” έχει πλέον δώσει τη θέση του σε έναν εποικοδομητικό διάλογο. Η πολιτική της Άγκυρας στη Μέση Ανατολή είναι επίσης κάθε άλλο παρά σταθερή. Αυτές τις μέρες βλέπουμε μια επιστροφή στη ριζοσπαστική ρητορική της εποχής της “αραβικής άνοιξης”, όταν ο Ερντογάν αναδείχτηκε σε υπέρμαχο των λαϊκών εξεγέρσεων.

Επίθεση γοητείας

Η εμφανής συναδέλφωση με τους ισλαμιστές οδήγησε σε ρήξη με τους αυταρχικούς κυβερνήτες στη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Αίγυπτο. Η Αθήνα εκμεταλλεύτηκε τη διπλωματική περιθωριοποίηση της Άγκυρας στον αραβικό κόσμο για να θέσει σε νέα στρατηγική βάση τις δικές της σχέσεις σε αυτό το μέρος του κόσμου – όπου και παραμένουν μέχρι σήμερα.

Το 2020, ο Ερντογάν προσπάθησε να επανακτήσει το χαμένο διπλωματικό έδαφος με τη λεγόμενη επίθεση γοητείας. Αυτή περιελάμβανε επίσης την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ. Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου και ο Ερντογάν συναντήθηκαν για πρώτη φορά προσωπικά. Έγινε λόγος για μια άνοιξη στις ισραηλινοτουρκικές σχέσεις.

Το λάθος του 2011

Ωστόσο, το πνεύμα αισιοδοξίας έλαβε απότομο τέλος με τον πόλεμο στη Γάζα: “Ο Νετανιάχου δεν είναι κάποιος με τον οποίο μπορούμε να μιλήσουμε, τον έχουμε ξεγράψει“, δήλωσε πρόσφατα ο Ερντογάν. Ο πόλεμος στη Γάζα θα κυριαρχήσει στην τουρκική εξωτερική πολιτική τις επόμενες εβδομάδες και μήνες. Ο Ιρανός πρόεδρος αναμένεται στην Τουρκία στα τέλη Νοεμβρίου και ο Ερντογάν θα προωθήσει το σχέδιό του για ένα διεθνές σύστημα εγγυήσεων για την Παλαιστίνη στη σύνοδο κορυφής των ισλαμικών κρατών στη Σαουδική Αραβία.

Οι επόμενες εβδομάδες θα δείξουν αν ο Ερντογάν θα επαναλάβει το λάθος του 2011 προσβάλλοντας τους μετριοπαθείς Άραβες, συμπεριλαμβανομένων των Σαουδαράβων και των Αιγυπτίων, με το να είναι υπερβολικά κοντά στους ισλαμιστές. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι επιθέσεις του Ερντογάν κατά της Δύσης και του Ισραήλ δεν ανταποκρίνονται στην πολιτική πρακτική. Στο αποκορύφωμα της κρίσης, ο Ερντογάν έδωσε το πράσινο φως για την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ.

Το ατού

Παρόλο που η Άγκυρα ανακάλεσε τον πρεσβευτή της από το Ισραήλ, δεν διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις που μόλις είχαν και πάλι ξεκινήσει. “Η πλήρης διακοπή των διπλωματικών σχέσεων δεν είναι δυνατή, ειδικά στη διεθνή διπλωματία“, εξήγησε ο Ερντογάν μιλώντας για την αυτοσυγκράτηση που επέδειξε. Αυτά είναι τα λόγια ενός πραγματιστή που γνωρίζει πολύ καλά ότι θα υπάρξει μια επόμενη μέρα και ότι το Ισραήλ θα συνεχίσει να παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανατολική Μεσόγειο.

Προς το παρόν αυτός ο πραγματισμός φαίνεται να καθορίζει και την πολιτική του Ερντογάν απέναντι στην Ελλάδα. Για την Άγκυρα οι καλές σχέσεις με την Αθήνα αποτελούν γέφυρα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και για οικονομικούς λόγους, ο Ερντογάν δεν θέλει να καταστρέψει αυτή τη γέφυρα. Πρόκειται για ένα ατού που η ελληνική διπλωματία οφείλει να χειριστεί με περίσκεψη.

Καμία δημοσίευση για προβολή