Ο χαμηλός πληθωρισμός καλή εξέλιξη για τους εξαγωγείς και υπό προϋποθέσεις για τους καταναλωτές.

Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με το μεγάλο στοίχημα του χρέους το 2021

Μικρότερος ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, σε σχέση με τους ρυθμούς στην Ευρώπη, βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), το 1ο τρίμηνο 2019.

Καλή εξέλιξη για τους εξαγωγείς και υπό προϋποθέσεις για τους καταναλωτές. Η πληγή από την εσωτερική υποτίμηση των μνημονίων παραμένει ανοιχτή, ενώ κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πως θα επηρεάσει την αγορά η αύξηση του κατώτατου μισθού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, την Περίοδο Ιανουάριος – Μάρτιος, διαμορφώθηκε στο 0,8% από 1,1% το 4ο τρίμηνο 2018. Παρά ταύτα, όπως επισημαίνει η Eurobank στη νέα έκδοση “7 ημέρες Οικονομία” ήταν υψηλότερος κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.

Αν και πολλοί δεν γνωρίζουν, ο πληθωρισμός, είναι μία εύκολη έννοια. Σύμφωνα με τον ορισμό της ΕΚΤ, σε μια οικονομία της αγοράς, “οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών μπορούν πάντα να μεταβληθούν. Κάποιες τιμές αυξάνονται, κάποιες άλλες μειώνονται. Μπορούμε να μιλήσουμε για πληθωρισμό όταν παρατηρείται γενική αύξηση τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών και όχι μόνο ορισμένων προϊόντων. Επομένως, με 1 ευρώ μπορούμε να αγοράσουμε λιγότερα πράγματα ή, με άλλα λόγια, η αξία του ευρώ μειώνεται”.

Η μεγαλύτερη αύξηση των τιμών στην Ευρώπη, σε σχέση με την ελληνική Οικονομία, είναι καλά νέα για τους Έλληνες εξαγωγείς, καθώς έχουν λιγότερα έξοδα σε σχέση με τον ανταγωνισμό τους (π.χ. κόστος ρεύματος).

Σημαντικό αβαντάζ την ώρα που η μείωση της ανάπτυξης στην Ε.Ε. Εκτιμάται ότι μπορεί να κόψει τους ρυθμούς των εξαγωγών.

Σύμφωνα με τη Eurobank, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η ΕΕ-28 απορροφά το 52,8% των ελληνικών εξαγωγών εμπορευμάτων (67,7% χωρίς την κατηγορία των ορυκτών καυσίμων, λιπαντικών κλπ., στοιχεία 2018) και το 48,8% των ελληνικών εξαγωγών υπηρεσιών (στοιχεία 2017), η περαιτέρω βελτίωση του βαθμού ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τον συγκεκριμένο εμπορικό εταίρο, δύναται να αποτελέσει έναν ανασχετικό παράγοντα – έστω και με μικρή επίδραση – στην αναμενόμενη επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των ελληνικών εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών το 2019.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), η τριμηνιαία μείωση του πληθωρισμού το 1ο τρίμηνο 2019 προήλθε από τις παρακάτω ομάδες αγαθών και υπηρεσιών:

Περισσότερα σε λέξεις

  • ένδυση και υπόδηση (από -0,7% το 4ο τρίμηνο 2018 στο -2,4% το 1ο τρίμηνο 2019),
  • στέγαση (από 2,4% στο 1,1%),
  • μεταφορές (από 2,0% στο 0,2%)
  • ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια (από 1,5% στο 0,7%).

Από την άλλη πλευρά, μπορεί οι τιμές να αυξάνονται πιο αργά στην Ελλάδα από ότι στην Ευρώπη, αλλά για τους καταναλωτές υπάρχουν άλλοι παράγοντες που έχουν μεγαλύτερη επίπτωση στην αγοραστική τους δύναμη.

Υπενθυμίζεται ότι εντός μνημονίων, ακολουθήθηκε η τακτική της εσωτερικής υποτίμησης της αγοράς. Το σχέδιο των θεσμών, προέβλεπε μικρότερους μισθούς και χαμηλότερες τιμές, σε μία προσπάθεια να γίνει η ελληνική οικονομία πιο ανταγωνιστική. Με το να προσεγγίσει τις άλλες βαλκανικές χώρες, να γίνει πιο ελκυστική για επενδύσεις.

Το πρόβλημα, που φάνηκε από την αρχή ήταν, ότι μπορεί οι μισθοί να έπεσαν και οι άνεργοι να αυξήθηκαν, αλλά λόγω της πρόσθετης φορολογίας, οι τιμές παραμένουν ψηλά. Το μόνο που υποτιμήθηκε ήταν η καταναλωτική δύναμη των νοικοκυριών.

Οπότε, ναι οι χαμηλές πτήσεις του πληθωρισμού είναι καλές για την Ελληνική Οικονομία, αλλά όπως έχει γίνει μετά τα μνημόνια, οι προτεραιότητες έχουν αλλάξει. Το ερώτημα, είναι πως θα επηρεάσει την αγορά η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11%.

Οι αναλυτές της τράπεζας επισημαίνουν ότι “στην περίπτωση που η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν συνοδευτεί από ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας, ο βαθμός ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας σε όρους μοναδιαίου κόστους εργασίας θα κινηθεί καθοδικά. Το εν λόγω αποτέλεσμα, στον βαθμό που υπάρξει μετακύλιση της αύξησης του μισθολογικού κόστους στο γενικό επίπεδο των τιμών, δύναται να επηρεάσει αρνητικά και το επίπεδο ανταγωνιστικότητας”.

Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού. Η τράπεζα, επισημαίνει ότι “η στόχευση σε πολιτικές ενίσχυσης του ευρύτερου βαθμού ανταγωνιστικότητάς της ελληνικής οικονομίας κρίνεται ως αναγκαία για τη συνέχιση της ανοδικής πορείας των εξαγωγών, την αποφυγή υψηλών εμπορικών ελλειμμάτων και την προσέλκυση επενδύσεων”.

Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνει ότι θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε πολιτικές για την ενίσχυση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας όπως:

  • Ο εξορθολογισμός του φορολογικού συστήματος και η εμπέδωση κλίματος αξιοπιστίας και αποφυγής εκπλήξεων στην άσκηση οικονομικής πολιτικής
  • Η βελτίωση του χρόνου απονομής δικαιοσύνης
  • Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης
  • Η αύξηση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και εργασίας
  • Η ενίσχυση του βαθμού ευελιξίας στην προσέλκυση επενδύσεων και στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών.

Από το newsroom του economico.gr

Περισσότερα νέα, ρεπορτάζ και αναλύσεις:ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Καμία δημοσίευση για προβολή