Η χώρα χρειάζεται ένα πραγματικό (και όχι μόνο φραστικό) μετασχηματισμό ως προς το παραγωγικό και ως προς το διοικητικό μοντέλο

     Του Κώστα Μποτόπουλου

    Με τούτα και με κείνα, χάρις στη δύναμη της ζωής και της συνήθειας, στο τέλος του πιο απρόβλεπτου χειμώνα ήρθε ο πιο περίεργος Αύγουστος –και μαζί η πιο δημοκρατική στιγμή της χρονιάς, γνωστή ως «τα μπάνια του λαού». Στο μεταίχμιο αυτό θα ήθελα να σκεφτούμε μαζί τι μας περιμένει το Σεπτέμβριο, σε εθνικό και διεθνές, μικρο- και μακρο-οικονομικό επίπεδο.

    Στην Ελλάδα: δύο απαραίτητοι μετασχηματισμοί.

    Όλοι γνωρίζουμε ότι δεν σηκώνουν άλλη αναβολή, κι όλο αναβάλλονται. Έχοντας περάσει, χωρίς να έχει ακόμα πλήρως εξέλθει, από τα καυδιανά δίκρανα της διπλής κρίσης οικονομίας και αξιών, Μνημονίων και κορωνοϊού, η χώρα μας χρειάζεται ένα επίσης διπλό restart: έναν μετασχηματισμό, ή για να είμαστε πιο ρεαλιστές, το ξεκίνημα ενός πραγματικού και όχι μόνο φραστικού μετασχηματισμού, ως προς το παραγωγικό και ως προς το διοικητικό μοντέλο. Αναζητούνται, και η παρούσα κυβέρνηση έχει την υποχρέωση αλλά είναι και σε θέση –εκλογική, κοινωνική, συγκυριακή- να φέρει σε πέρας, ένα σχέδιο ανάπτυξης και μεταρρυθμίσεις ουσίας.

    Το «σχέδιο Πισσαρίδη» και τα κονδύλια από το «ευρωπαϊκό πακέτο COVID» αποτελούν, σε συνδυασμό, τα θεμέλια του πρώτου. Προσοχή όμως: από τις γενικότητες που έχουν μέχρι στιγμής διαρρεύσει ως προς τις «προτεραιότητες» και τους «άξονες» της ελληνικής οικονομίας, είναι ανάγκη η κυβέρνηση να περάσει, από αυτό το φθινόπωρο, σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές.

    Μείωση της φορολογίας, αλλά ποιών εισοδημάτων και με τι κριτήρια; Ψηφιακός εκσυγχρονισμός, με τι κονδύλια και εργαλεία; Ενίσχυση της απασχόλησης, με επιδόματα ή με μαγικές συνταγές; Μείωση των πολλών μικρών επιχειρήσεων, δια νόμου, πειθούς, ή θείας επιφοίτησης; Και ούτω καθεξής, σε συναρμογή μάλιστα με τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που μπορεί να συμπίπτουν μερικώς και κατ’ όνομα –«πράσινη ανάπτυξη», «ψηφιακός μετασχηματισμός», «ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης»- αλλά δεν είναι διόλου βέβαιο ότι με τους κοινούς όρους εννοούνται ίδια πράγματα. Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος τρέχει:

    Τον Οκτώβριο προβλέπεται να κατατεθεί επισήμως το «ελληνικό σχέδιο» -που θα πρέπει, ανυπερθέτως, να έχει προηγουμένως γίνει αντικείμενο ουσιαστικής διαβούλευσης με όλες τις σοβαρές πολιτικές δυνάμεις-, ώστε την 1η Ιανουαρίου της νέας χρονιάς να τεθεί σε εφαρμογή, όπως φιλοδοξεί η Επιτροπή, το «πακέτο ανάκαμψης» σε όλη την Ένωση.

    Οι μεταρρυθμίσεις, προεκλογική ναυαρχίδα της κυβέρνησης, έχουν μείνει πίσω. Το συχνά χρήσιμο νομοθετικό έργο που έχει παραχθεί σε αυτόν τον έναν χρόνο δεν έχει αλλάξει καμία δομή, σε κανένα από τα κρίσιμα δημόσια μέτωπα: αξιολόγηση παντού, μια πιο φιλική και λιγότερο πελατειακή Διοίκηση, καλύτερη Παιδεία (Παιδεία, όχι εκπαιδευτικές λεπτομέρειες), πληρέστερη και πιο προσβάσιμη Υγεία, φορολογική μεταρρύθμιση και όχι απλώς             φοροελαφρύνσεις. Όλα αυτά αποτελούν προϋποθέσεις της οικονομικής ανάκαμψης αλλά και το μέτρο με το οποίο θα κριθεί μεσοπρόθεσμα η παρούσα κυβέρνηση.

    Στον κόσμο: δυο νέα ξεκινήματα που θα κρίνουν τα πάντα.

    Καμία έκπληξη, αλλά και καμία βεβαιότητα.

    Από την πορεία όχι μόνο του «πακέτου ανάκαμψης» -πώς θα το «υποδεχθούν» Ευρωκοινοβούλιο και εθνικά Κοινοβούλια, πόσο θα αλλάξει, πώς και πότε θα αρχίσει να υλοποιείται- αλλά και μιας νέας –πιο κοινής, πιο αλληλέγγυας, με περισσότερη πολιτική ενσυναίσθηση- πορείας που η Συμφωνία της 21ης Ιουλίου σηματοδοτεί για την Ένωση, θα κριθεί η επιβίωση του ευρωπαϊκού πολιτικού σχεδίου, άρα και της συνέχισης της σχέσης της ευρωπαϊκής οικονομίας με την ευρωπαϊκή ευημερία, στην εποχή μετά-το-Μπρέξιτ και κοντά-στην-επόμενη-μέρα της πανδημίας. Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρώπης, πρωτοβουλίες της Επιτροπής, ξεκαθάρισμα των σχέσεων με τους εντός των τειχών «αντιφιλελεύθερους δημοκράτες», δηλαδή μη δημοκράτες (Ουγγαρία, Πολωνία και μιμητές τους), διατήρηση της ηγεσίας στον παγκόσμιο αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής, είσοδος Γερμανίας στη μετά-Μέρκελ εποχή –όλοι αυτοί είναι, σημαντικοί, και απρόβλεπτοι, σταθμοί.

    Ακόμα πιο καθοριστικό θα είναι, για ολόκληρη την ανθρωπότητα, για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας αλλά και της παγκόσμιας αίσθησης αξιοπρέπειας, το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών του Νοεμβρίου. Και μόνο το γεγονός ότι ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου προετοιμάζει πιθανότητα να μη διεξαχθούν, και μόνη η επίπτωση της ενδεχόμενης ήττας του στο μέτωπο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, αναδεικνύουν –υπάρχουν και δεκάδες άλλοι λόγοι- ότι σε τίποτα δεν θα μπορούμε να ελπίζουμε αν επανεκλεγεί ο Τραμπ (κάτι που δεν σημαίνει ότι δεν κρατάμε –πολύ- μικρό καλάθι για τον πιθανό διάδοχό του).

    Στη μεγάλη εικόνα: δυο τάσεις προς διαμόρφωση.

    Πίσω από τη βουή των καθημερινών γεγονότων, πάνω και πέρα από την πορεία της πανδημίας, η μορφή της παγκόσμιας οικονομίας θα διαμορφωθεί και με βάση τις εξελίξεις σε δύο κρίσιμους και, κυρίως, αποκαλυπτικούς τομείς.

    Πού θα «κάτσουν» και τι ακριβώς θα δείχνουν τα διεθνή Χρηματιστήρια, όταν πέσει ο κουρνιαχτός των «έκτακτων πακέτων», των ενέσεων ρευστότητας, των επεμβάσεων κεντρικών τραπεζών, της απόλυτης, με δυο λόγια, πολιτικοποίησης της νομισματικής πολιτικής; Μια από τις μεγάλες αλλαγές λόγω πανδημίας υπήρξε η «αλλαγή ρόλου» των χρηματιστηρίων και των αγορών κεφαλαίου, το σταμάτημα της λειτουργίας τους ως πυξίδας για την πορεία της πραγματικής οικονομίας αλλά και η ακόμα μεγαλύτερη απομάκρυνση από την άρδευση των επιχειρήσεων και τη στήριξη της επιχειρηματικότητας. Η κάμψη, ή η παγίωση, αυτής της τάσης θα σημάνει πολλά για την παγκόσμια τάξη οικονομικών πραγμάτων και θα δείξει από πού να περιμένουμε τους κινδύνους για την επόμενη παγκόσμια κρίση.

    Επίσης: πού θα οδηγήσει όλος αυτός ο «πόλεμος» που έχει ξεσπάσει σχετικά με την ύπαρξη, το ρόλο αλλά και το μέγεθος των γιγάντων της τεχνολογίας; Με αποδεδειγμένη τη σημασία τους για την παγκόσμια οικονομία, τη συμβολή τους στην αντιμετώπιση παγκόσμιων απειλών (η πανδημία σε έναν μη διασυνδεδεμένο κόσμο θα ήταν κάτι πολύ διαφορετικό και πολύ πιο τρομακτικό), αλλά και τη συμμετοχή τους σε δημοκρατικές (εκλογές, κράτος δικαίου, ιδιωτικότητα) και οικονομικές στρεβλώσεις και παραβιάσεις (μονοπώλια, επιβολή κανόνων παιχνιδιού στην αγορά, έλλειψη λογοδοσίας και νομιμοποίησης), το τι θα γίνει με τις GAFA, το πώς και τι μπορεί να τους επιβάλει η νομοθετική εξουσία (αρχίζοντας από το αμερικανικό Κογκρέσο) έχει προφανώς συστημικές διαστάσεις.

    Δεν πρέπει να υποτιμάται η δύναμη αυτών των υπερεθνικών κολοσσών, που είναι σε πολλές περιπτώσεις μεγαλύτερη από των κρατών. Από την άλλη, το ότι το Bloomberg έγραψε αυτή τη βδομάδα ότι το Facebook «πρέπει να σπάσει» και ο Economist ότι τα προβλήματα της Google δεν περιορίζονται σε θέματα κατάχρησης αγοράς δείχνει, ίσως, προς τα πού φυσάει αυτός ο κρίσιμος άνεμος.

    Καλή ξεκούραση σε όλους και ραντεβού το Σεπτέμβριο.

    • Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος, πρ. Ευρωβουλευτής και πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Σύμβουλος Διοίκησης στην Τράπεζα της Ελλάδας και εταίρος στη δικηγορική εταιρία «Λαμπαδάριος και Συνεργάτες». Τα σχόλιά του στο economico.gr δημοσιεύονται κάθε Σάββατο