Οι παράγοντες που καθορίζουν την (δύσκολη) πορεία των αγορών

Οι καλές και οι κακές ειδήσεις των τελευταίων ημερών καθορίζουν την πορεία των χρηματιστηριακών αγορών -που ήδη βρίσκονται σε… λεπτές ισορροπίες- κατά το β΄ εξάμηνο του 2018. Από τη μια η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ για το εμπόριο που έδωσε μια πολύ μεγάλη ανάσα στις αγορές και από την άλλη η ισχυρή αναπτυξιακή πορεία των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την ανησυχία των αναλυτών για την επόμενη κίνηση του Ντόναλντ Τραμπ στον πόλεμο των δασμών με την Κίνα, εντείνουν την αβεβαιότητα για τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές. Πολλοί αναμένουν πλέον μια σημαντική επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό!

Ο εμπορικός πόλεμος

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Ελευθερίας Κούρταλη στην ιστοσελίδα Capital. gr (εδώ), όπως πως σημειώνει η BlackRock, ο εμπορικός πόλεμος και ο κίνδυνος υπερθέρμανσης της οικονομίας κάνει ευάλωτα πολλά επενδυτικά χαρτοφυλάκια. Αν και προς το παρόν, οι εμπορικές διαμάχες δεν αναμένεται να εκτροχιάσουν την παγκόσμια οικονομική επέκταση, ωστόσο οι εντάσεις είναι πιθανό να επιδεινωθούν προτού βελτιωθούν. Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει το επενδυτικό κλίμα και την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων, προτρέποντας τις εταιρείες να αναβάλουν ή να ακυρώσουν τις επενδύσεις.

Οι αναδυόμενες αγορές συγκαταλέγονταν στα μεγαλύτερα θύματα του αυξανόμενου φόβου για εμπορικό πόλεμο. Οι θέσεις των funds στην περιοχή σημειώνουν τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση τους σε δύο χρόνια, και στο 1% του μέσου χαρτοφυλακίου. Ωστόσο, οι επενδυτές παραμένουν bullish για τις μετοχές των ΗΠΑ, αυξάνοντας την έκθεσή τους στο υψηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο του 2017. Αντίθετα, οι θέσεις σε μετοχές της Ευρωζώνης υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Δεκέμβριο του 2016.

Περισσότερα σε λέξεις

Ανάπτυξη και επιχειρηματικό περιβάλλον

Ενώ οι εμπορικές συγκρούσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων σημαντικών εμπορικών εταίρων, και ιδίως της Κίνας, είχαν μόνο μέτρια επίδραση στο παγκόσμιο εμπόριο και την παγκόσμια οικονομία μέχρι στιγμής, η αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές υποδηλώνει σαφώς ότι η επενδυτική εμπιστοσύνη έχει δεχθεί σημαντικό χτύπημα, με τους φόβους γύρω από την ανάπτυξη και το επιχειρηματικό περιβάλλον να έχουν αυξηθεί.

Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις του Reuters που έγιναν αυτόν τον μήνα, σχεδόν τα τρία τέταρτα των 150 οικονομολόγων που απάντησαν δήλωσαν ότι ο εμπορικός προστατευτισμός θα έχει σημαντική επίπτωση στην παγκόσμια ανάπτυξη το επόμενο έτος.

Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται στους εμπορικούς δασμούς που έχουν ήδη επιβληθεί καθώς και στην απειλή του Αμερικανού προέδρου για την επιβολή περαιτέρω δασμών ύψους 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε όλα τα εισαγόμενα αγαθά από την Κίνα.

Η ανάλυση των τελευταίων δημοσκοπήσεων του Reuters που βασίζονται σε περισσότερους από 500 οικονομολόγους που καλύπτουν περίπου 40 χώρες δείχνει, με βάση τις εκτιμήσεις τους, ότι η ανάπτυξη στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες έχει ήδη κορυφωθεί. Η μέση παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη για το τρέχον έτος και το 2019 εκτιμήθηκε σε 3,8% και 3,7% αντίστοιχα.

Η οικονομική ανάπτυξη στις ΗΠΑ αναμένεται να χάσει δυναμική τόσο το τρέχον όσο και τα επόμενα τρίμηνα και μέχρι τα τέλη του 2018, ενώ η οικονομική ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Βρετανία, την Ιαπωνία και την Κίνα αναμένεται επίσης να επιβραδυνθεί τόσο φέτος όσο και το 2019.

Το μέλλον στη νομισματική πολιτική

Η νέα εποχή στη νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών έχει ταράξει τα νερά των αγορών εδώ και μήνες, ωστόσο το β’ εξάμηνο θα είναι καθοριστικό καθώς η ΕΚΤ οδεύει προς το τέλος του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QE) που με το ξεκίνημά του από το α’ τρίμηνο του 2015 έχει τονώσει τις αγορές με ρευστότητα και έχει στηρίξει τις αγορές ομολόγων της ευρωπεριφέρειας.

Ενώ οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής παραμένουν επιφυλακτικοί όσον αφορά την αβεβαιότητα που προκαλείται από τον εμπορικό πόλεμο και την επιβράδυνση της ανάπτυξης, η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής συνεχίζει και θα συνεχίσει να βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας τους. Παρά την πρόσφατη άνοδο των τιμών του πετρελαίου, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να εκτιμάται ότι θα παραμένει σταθερός και οι προοπτικές για τα επιτόκια στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητες σε σχέση με πριν από τρεις μήνες.

Η Fed αναμένεται να συνεχίσει όπως είχε προγραμματιστεί με δύο επιπλέον αυξήσεις επιτοκίων φέτος και ακόμα δύο το 2019. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται στον δρόμο της μείωσης του QE (tapering) μέχρι την οριστική λήξη του προγράμματος στα τέλη 2018 και αναμένεται να αυξήσει τα επιτόκια περίπου σε έναν χρόνο από σήμερα. Η Τράπεζα της Αγγλίας από την πλευρά της αναμένεται να αυξήσει τα επιτόκια τον Αύγουστο.

Το δίλημμα για τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες είναι η ανάγκη να απομακρυνθούν από τη φάση της παροχής κινήτρων η οποία κρατά σχεδόν μία δεκαετία, χωρίς να επηρεαστεί η οικονομική ανάπτυξη και να προκληθεί η επόμενη ύφεση. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters στο περιβάλλον 300 διεθνών οικονομολόγων, η πιθανότητα για ύφεση στις ΗΠΑ τα επόμενα δύο χρόνια τοποθετείται στο 35%, υψηλότερα από το 30% για τη Βρετανία και το 25% για την Ευρωζώνη. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν, πολλά θα εξαρτηθούν από το εάν θα υπάρξει περαιτέρω κλιμάκωση των παγκόσμιων εμπορικών εντάσεων και αυτό ακόμα παραμένει ασαφές.

Όπως επισημαίνει η BlackRock, τα αυξανόμενα επιτόκια, η λιγότερο χαλαρή νομισματική πολιτική και η ενίσχυση του αμερικανικού δολαρίου οδηγούν σε σύσφιξη των χρηματοοικονομικών συνθηκών, με κυμαινόμενα αποτελέσματα σε όλες τις αγορές. Οι αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις δυσκολίες που έχουν αντιμετωπίσει οι αναδυόμενες αγορές το τρέχον έτος – συμπεριλαμβανομένης της Αργεντινής και της Τουρκίας, δηλαδή τις χώρες με μεγάλες ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης. Περαιτέρω κέρδη στο δολάριο ΗΠΑ θα μπορούσαν να προκαλέσουν επιπλέον πλήγμα, ειδικά στις παγκόσμιες τράπεζες που βασίζονται σε χρηματοδότηση σε δολάρια, όπως τονίζει.

Τι θα συμβεί στις αγορές ομολόγων

Η αλλαγή στη στάση της νομισματικής πολιτικής έχει εδώ και καιρό αρχίσει να ασκεί σημαντικές πιέσεις στην αγορά ομολόγων, με τις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων να έχουν εκτοξευθεί κοντά στο 3%.

Η J.P. Morgan, η οποία τηρεί αρνητική στάση για τα κρατικά ομόλογα διεθνώς, το β’ εξάμηνο εκτιμά ότι η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς θα κινηθεί στο 3,10% στα τέλη Σεπτεμβρίου και στο 3,20% στο τέλος του έτους, ενώ το 2019 θα κινηθεί ακόμη υψηλότερα αγγίζοντας το 3,40% στο τέλος του α’ εξαμήνου. Ανοδικά εκτιμά ότι θα κινηθούν και οι αποδόσεις των ευρωπαϊκών ομολόγων, με το yield στο 10ετές γερμανικό να αυξάνεται στο τέλος του έτους στο 0,75%, ενώ ισχυρή άνοδο “βλέπει” και για τις αποδόσεις στα 10ετή βρετανικά ομόλογα και στο 1,60% στο τέλος του έτους.

Η Lazard Asset Managment αναμένει και αυτή αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων στην Ευρωζώνη και τοποθετεί την απόδοση του γερμανικού 10ετούς 75 μονάδες βάσης υψηλότερα έως τα τέλη του 2018. Όπως εκτιμά, τα πιστωτικά spreads θα κινηθούν σταθεροποιητικά και έτσι θα δημιουργηθεί σημαντική ευκαιρία υπεραπόδοσης έναντι των κρατικών ομολόγων. Πάντως, όπως επισημαίνει, οι κίνδυνοι είναι αρκετοί ειδικά μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ιταλία. Αξίζει να σημειώσουμε πως η πολιτική αβεβαιότητα στην Ιταλία οδήγησε σε σημαντικές εκροές από τα ομόλογα της χώρας, ενώ επηρέασε έντονα και τα ομόλογα της υπόλοιπης ευρωπεριφέρειας και ειδικά τα ελληνικά. Είναι χαρακτηριστικό πως οι ξένοι επενδυτές ξεφορτώθηκαν ιταλικό χρέος με ρυθμό ρεκόρ τον Μάιο, μετά το sell-off που χτύπησε την αγορά ομολόγων της χώρας, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Συγκεκριμένα, τον Μάιο πουλήθηκαν 33,7 δισ. ευρώ ιταλικών ομολόγων. Το προηγούμενο ρεκόρ είχε καταγραφεί τον Δεκέμβριο του 2016, όταν είχαν πουληθεί 32,2 δισ. ευρώ.

Ρευστότητα μετ’ εμποδίων

Ενώ οι αναλυτές και οι επενδυτές έχουν επισημάνει τη μειωμένη ρευστότητα που κυριαρχεί στην αγορά εταιρικών ομολόγων, η πιθανότητα ότι οι μετοχές ενδέχεται να αντιμετωπίζουν παρόμοιο πρόβλημα αναμένεται να εντείνει τις ανησυχίες ότι οι ευρύτερες χρηματιστηριακές αγορές έχουν γίνει πλέον πιο επιρρεπείς στην έντονη μεταβλητότητα. Έτσι, η Goldman Sachs προειδοποιεί τους επενδυτές ότι οι λόγοι που οδήγησαν πριν από πέντε περίπου μήνες στο μεγάλο διεθνές sell-off δεν έχουν εξαφανιστεί. Όπως υποστηρίζει η αμερικανική τράπεζα, η απότομη άνοδος του δείκτη μεταβλητότητας στις 5 Φεβρουαρίου, η οποία οδήγησε και στην κατάρρευση δύο προϊόντων (ETFs) που συνδέονται με τη μεταβλητότητα και που προκάλεσε μεγάλη βουτιά στις μετοχές, μπορεί να είχε προηγηθεί από “εξασθενημένες συνθήκες ρευστότητας” στην αμερικανική αγορά μετοχών. Το πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί και οι επενδυτές πρέπει να εξετάσουν στρατηγικές hedging για την προστασία των χαρτοφυλακίων τους από την περαιτέρω μεταβλητότητα, τονίζει η Goldman.

Η ρευστότητα μειώθηκε απότομα κατά την περίοδο έως τις 5 Φεβρουαρίου και δεν έχει ανακάμψει πλήρως, σύμφωνα με την Goldman. Μία μείωση κατά 50% του μέσου βάθους προσφοράς και ζήτησης στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης στις ΗΠΑ στο τέταρτο τρίμηνο του 2017 μπορεί να συνέβαλε στο sell-off του Φεβρουαρίου, κάτι που παρατηρείται να συμβαίνει και σήμερα, σημειώνει η Goldman. Έτσι, συμβουλεύει τους επενδυτές να αντισταθμίσουν τα χαρτοφυλάκιά τους έναντι της μεταβλητότητας, παρόλο που ο δείκτης VIX έχει μειωθεί στις 12,62 μονάδες, καθώς τα “σημάδια” που οδήγησαν στο sell-off του Φεβρουαρίου ανιχνεύονται και σήμερα στις αγορές.

Καμία δημοσίευση για προβολή