Κώστας Μποτόπουλος

Τα θεσμικά της οικονομίας: Η κρίση, και η ύφεση, θα είναι πιο βαθιές από όσο ως κάποια στιγμή ελπίζαμε.

 

Του Κώστα Μποτόπουλου

Το περίεργο καλοκαίρι τέλειωσε (αν και όχι από άποψη θερμοκρασίας), έχουμε τώρα μπροστά μας ένα ακόμα πιο περίεργο φθινόπωρο. Με τα θέματα της πανδημίας και των σχέσεων με την Τουρκία, δηλαδή των προκλήσεων της Τουρκίας, να είναι στην πρώτη γραμμή, αλλά και την οικονομία πανταχού παρούσα και στα πάντα συμμετέχουσα. Ας δούμε ποια είναι τα βασικά μέτωπα και πώς διαμορφώνονται.

  • Η κρίση, και η ύφεση, θα είναι πιο βαθιές από όσο ως κάποια στιγμή ελπίζαμε. Το «καλό σενάριο», για την παγκόσμια, την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία έχει ξεπεραστεί. Πλέον γνωρίζουμε ότι η κρίση είναι χειρότερη από εκείνην του 2008-2012, που στην Ελλάδα κράτησε ως το 2019. Η πανδημία συνέβαλε ώστε α) η οικονομία να πέσει σε χαμηλότερο σημείο από όσο βρέθηκε ακόμα και στο χαμηλότερο σημείο της χρηματοοικονομικής κρίσης, β) η κρίση να αγγίξει πιο πολλές χώρες και πεδία οικονομίας, γ) η ανάκαμψη να παρουσιάζει δομικά προβλήματα παρά το ότι αναμένεται η πανδημία να εξουδετερωθεί σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Σήμερα που μιλάμε, ο μέσος όρος ύφεσης για το δεύτερο τρίμηνο του 2020 είναι κοντά στο 10% για το σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ. Στην Ευρωζώνη βρίσκεται στο 12%, με «πρωταθλήτρια» την Ισπανία (18,5%), από κοντά Γαλλία και Ιταλία (γύρω στο 13%), τη Γερμανία κοντά στο 10% (ποτέ δεν ξεπέρασε το 3% επί χρηματοοικονομικής κρίσης), ενώ η εκτός Ευρωζώνης (και σε λίγες μέρες Ευρωπαϊκής Ένωσης) Βρετανία γνωρίζει τη χειρότερη ύφεση στην ήπειρό μας (στην οποία θέλει-δεν θέλει ανήκει) και στη μεταπολεμική ιστορία της, με 20,4%.

Σε επίπεδο «μοντέλου», οι σκανδιναβικές χώρες, παρά το διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης της πανδημίας, αντιστάθηκαν, ως σύνολο, καλύτερα (Φινλανδία: -3,2%, Νορβηγία -6,3%, Δανία -7,4%, Σουηδία -8,6%), κάτι ιδιαίτερα εύγλωττο για τον τύπο οικονομικής τους οργάνωσης αλλά και για τις κοινωνίες τους.

Αλλά και στις άλλες ηπείρους και οικονομίες, μεγάλες και μικρές, αναδυθείσες και αναδυόμενες, η πτώση είναι βαθύτερη και πολύ απλωμένη: -10% στις ΗΠΑ (ό,τι και να λέει ο Τραμπ και παρόλο που δεν φταίει αποκλειστικά ο Τραμπ), -24% στην Ινδία (μπορούμε να μιλάμε για κατάρρευση), -7% στην Αυστραλία (για πρώτη φορά σε ύφεση μετά το 1990), -10% στη Βραζιλία (ο ιός αποτέλειωσε το έργο που είχε αρχίσει ο Μπολσονάρο, όμως όχι ακόμα τον ίδιο το Μπολσονάρο), -7,8% στην Ιαπωνία (χειρότερη επίδοση από τότε που χρησιμοποιούνται παρεμφερείς δείκτες, στη δεκαετία του 1980).

Μόνο η Κίνα, ο πρωταίτιος της πανδημίας αλλά και ο πιθανός μεγάλος γεωπολιτικός νικητής από αυτήν, αντιστέκεται, λόγω μεγέθους, γρήγορης λήψης μέτρων και έλλειψης διαφάνειας, και, με άνοδο 11,5% στο δεύτερο τρίμηνο, μετά την πτώση 10% στο πρώτο, βρίσκεται εκτός ύφεσης (αν και όχι βέβαια στα προ πανδημίας επίπεδα ανάπτυξης).

Στη χώρα μας με ύφεση 15% στο δεύτερο τρίμηνο, τις επιδόσεις τουρισμού και την αβεβαιότητα να μη μπορούν να βελτιωθούν ως το τέλος τους έτους, το τελικό νούμερο θα είναι κοντά, και μάλλον πάνω, από το 10%, όσο κι αν το ξορκίζουμε. Είναι βουνό, όχι όμως απαγορευτικό για διάβαση, αν γίνουν αυτά που όλοι ξέρουμε ότι πρέπει να γίνουν.

Ακόμα γενικότερα, και χειρότερα, η ύφεση επηρέασε τα δημόσια οικονομικά των χωρών, αλλά και το εμπόριο, τις υπηρεσίες, την εφοδιαστική αλυσίδα, τις μεταφορές και μετέβαλε ακόμα πιο βαθιά τη σχέση τραπεζών-αγορών κεφαλαίων, με την άνοδο των τελευταίων παρά τη γενική ύφεση να αποτελεί συγχρόνως αίνιγμα και απειλή. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ήδη χτύπησε το καμπανάκι ότι η διεθνής οικονομική δυναμική δέχθηκε ισχυρότερο πλήγμα από όσο είχε αρχικά προβλεφθεί, ότι «πλήρης ανάκαμψη» θα αργήσει -και μπορεί να μην έρθει ποτέ. Στα «θετικά» το ότι έρρευσαν μεγάλα πακέτα βοήθειας με δημόσιο χρήμα (με τελευταίο παράδειγμα το ιστορικό πακέτο ύψους 100 δις ευρώ στη Γαλλία), ότι δεν διχάστηκαν τα πολιτικά συστήματα όπως είχε γίνει κατά την χρηματοοικονομική κρίση, ότι δεν δημιουργήθηκε πανικός στις κοινωνίες, ότι δεν κατέρρευσαν οι τιμές των ακινήτων και δεν επηρεάστηκαν βασικές αξίες και αγαθά και ότι οι αγορές κεφαλαίων όχι μόνο αντέχουν αλλά και –με κάποιο παράξενο τρόπο- πείθουν.

Σε κάθε περίπτωση, δεν χρειάζεται να είναι κανείς Ρουμπινί για να καταλάβει ότι η παγκόσμια οικονομία μετά την πανδημία δεν θα είναι, και ούτε θα γίνει, παρόμοια με την προ πανδημίας.

  • Η αλλαγή παραδείγματος αργεί αλλά επείγει. Τα σημάδια των τεκτονικών μετακινήσεων είναι μπροστά στα μάτια μας. Η Αμερικανική Κεντρική τράπεζα (Fed), δια του προέδρου της, προαναγγέλλει αλλαγή κατευθύνσεων και προτεραιοτήτων: υποχωρεί η σημασία του πληθωρισμού (η Τράπεζα θα ήθελε μάλιστα να φτάσει κοντά στο 3% για τις ΗΠΑ), μεγαλώνει η σημασία της απασχόλησης και γενικώς της ανάπτυξης -που αποτελούσαν ήδη, αντίθετα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μέρος των επίσημων στόχων. Οι τράπεζες εμφανίζουν όλο και μεγαλύτερα προβλήματα κερδοφορίας, παρότι οι καταθέσεις των νοικοκυριών, λόγω φόβου και αβεβαιότητας, αυξάνονται (επιπλέον 184 δις για όλη την Ευρωζώνη τον Ιούλιο). Οι κεφαλαιακοί περιορισμοί κάθε άλλο παρά μειώνονται και οι εκτός επιτήρησης (ηλεκτρονικές) «τράπεζες» διεκδικούν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο από τη διαρκώς μειούμενη πίτα – η αλλαγή επιχειρηματικού μοντέλου για τις τράπεζες μοιάζει ξεπερασμένη, και η πρόκληση αξεπέραστη, πριν ακόμη αρχίσει.

Ο χρυσός καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο (η τιμή της ουγκιάς βρίσκεται για πρώτη φορά στα χρονικά στα 2.000 δολάρια και μοιάζει να οδεύει προς τα 2.500), ενώ ο (πρώην) «μαύρος χρυσός», το πετρέλαιο, υπό την τριπλή πίεση μείωσης της ζήτησης, πολέμου των μεγάλων παικτών και εξάπλωσης πολιτικών «πράσινης οικονομίας», είναι σχεδόν βέβαιο ότι εισέρχεται σε αχαρτογράφητα ύδατα.

Οι επενδυτές στρέφονται αλλού, σε πιο φτηνά αντί για πιο σύγχρονα και υποσχόμενα μέσα: αν οι πρόσφατες κινήσεις του «σοφού της Ομάχα» Γουόρεν Μπάφετ δεν οφείλονται στην ηλικία του (90), αλλά στο ένστικτό του, τότε από την κυριαρχία της τεχνολογίας και της πολυτέλειας μπορεί να οδεύουμε σε έναν κόσμο στον οποίο τη μεγαλύτερη ζήτηση θα έχουν πιο παραδοσιακοί τομείς και λιγότερο ευέλικτες χώρες (πχ Ιαπωνία, αλλά και Ελλάδα, την όποια μια τέτοια μετακίνηση θα ευνοούσε, αν υποθέσουμε βεβαίως ότι θα μπορούσε να την αξιοποιήσει).

Επίσης, για τις πιο «προβληματικές» χώρες, τα περιθώρια για συνεννοήσεις και «λύσεις σωτηρίας» μπορεί να μεγαλώσουν, όπως δείχνει το πρόσφατο παράδειγμα της Αργεντινής, που κατάφερε, μάλλον πιο αναίμακτα από ό,τι και η ίδια περίμενε, να συμφωνήσει κούρεμα του χρέους της με το ΔΝΤ και τους ιδιώτες πιστωτές –κάτι που φανερώνει και τη σημασία των διεθνών μηχανισμών σε έναν όλο και πιο εύθραυστο κόσμο.          

  • Τα εργαλεία είναι γνωστά αλλά απαιτούν τόλμη. Η διεθνής μόδα της λέξης και της πράξης «μεταρρύθμιση» έχει δώσει, ή θα έπρεπε να έχει δώσει, τη θέση της στην «υλοποίηση». Ξέρουμε τι πρέπει να γίνει και τι κατέστησε επιτακτικό η πανδημία: τη μετάβαση σε μια οικονομία «πράσινη», πιο διεθνοποιημένη και συγχρόνως με μεγαλύτερη αυτονομία των κρατών και εντός περιφερειακών ενοτήτων (δεν αποτελεί τετραγωνισμό του κύκλου»), με διαφορετικούς μηχανισμούς μέτρησης αποδόσεων και επιδόσεων και διαφορετικό τρόπο άσκησης εποπτείας και συναρμογής με την τεχνολογική πρόοδο. Είναι αναγκαία άμεσα μέτρα για ανακούφιση κρατικού χρέους σε παγκόσμιο επίπεδο (γιατί αν δεν μειωθεί το χρέος των «αδύναμων» οικονομιών είναι νομοτελειακό ότι θα πέσουν να πλακώσουν τις «ισχυρές»), έμφαση στην Παιδεία (γιατί οι γνώσεις, οι δεξιότητες και το άνοιγμα των συνόρων του νου γεννούν εργασία και ανάπτυξη), περισσότερη συνεργασία, καινοτομία και ισότητα, αρχίζοντας από την ισότητα των φύλων. Με δυο λόγια «ζητείται τόλμη», δηλαδή εμπνευσμένη ηγεσία.

Από αυτήν την άποψη, ένα μικρό, σεμνό και άγνωστο στην ανθρωπότητα, ίσως και στην Ελλάδα, ελληνικό πείραμα που βρίσκεται σε εξέλιξη, μπορεί να λειτουργήσει σαν ανεμοδείκτης. Η Έκθεση της «Επιτροπής Πισσαρίδη» δεν είναι ούτε θέσφατο, ούτε αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά μια καταγραφή πολλών αυτονόητων, που διαπνέεται ωστόσο από πνεύμα εξέλιξης και αλλαγής. Αν η κυβέρνηση τη βάλει στο συρτάρι, την αγνοήσει ή τη θεωρήσει ως θέσφατο, θα χάσει μια ακόμα, ίσως την πιο κρίσιμη, ευκαιρία. Αν εμπνευστεί από το πνεύμα της περισσότερο από τις επιμέρους «προτάσεις» της για να προβεί, σε πείσμα των βέβαιων αντιδράσεων, σε πρακτικές επιλογές ανοίγματος και δικαιοσύνης, τότε, και μόνο τότε, κάτι –αλλά κάτι διαφορετικό- θα μπορέσει να δώσει διεθνώς η «περίπτωση Ελλάδα».

  • Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος, πρ. Ευρωβουλευτής και πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Σύμβουλος Διοίκησης στην Τράπεζα της Ελλάδας και εταίρος στη δικηγορική εταιρία «Λαμπαδάριος και Συνεργάτες». Τα σχόλιά του στο economico.gr δημοσιεύονται κάθε Σάββατο

 

 

 

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Καμία δημοσίευση για προβολή